banner ad

ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΑΙΜΟΝΟΠΟΙΗΣΗ ‘ΜΥΘΩΝ’

. April 17, 2013 . 0 Comments

4ce2d907afc9f44ea9b19ae2a2d6db8a_LΗ ροκ όπερα Δαίμονες του Νίκου Καρβέλα, σε στίχους Σταύρου Σιδερά, σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα και μαέστρο τον Αλέξιο Πρίφτη, παρουσιάζεται αυτές τις ημέρες στο Παλλάς. Δεν είχα παρακολουθήσει το πρώτο ανέβασμα της το 1991, κι έτσι αποφάσισα να την δω τώρα.

Το στόρι, εν τάχει, αφορά στην πάλη μεταξύ καλού και κακού. 16ος αιώνας στην αναπτυσσόμενη Ευρώπη της Ιεράς Εξετάσεως, με τις κακές μάγισσες και τους απεχθείς σατανιστές να επιδίδονται σε όργια και ανθρωποθυσίες – το κακό. Και από την άλλη μεριά η παρέμβαση του Ιεροεξεταστή που με βασανιστήρια φρικτά και εκτελέσεις στην πυρά, ξεκαθαρίζει τον κόσμο –το καλό(!!;;;). Έχει και δεύτερο κομμάτι που εκτυλίσσεται στην Νέα Υόρκη του 21ου αιώνα, στο οποίο η απατημένη Λόα –η κακιά-, μέλος θιάσου, ορκίζεται να εκδικηθεί την Ροζάννα, που της έκλεψε τον αγαπημένο –η καλή (!!!;;;).

Η πρωτοποριακή για τα ελληνικά θεατρικά δρώμενα, παράσταση θα μπορούσε να είναι προδιαγραφών Broadway, αλλά έχει τόσα μειονεκτήματα που στο τέλος φεύγεις από το θέατρο νιώθοντας ότι κάτι δεν πήγε καλά, ότι κάποιος σε κορόιδεψε.

Όσον αφορά στη μουσική, όταν έχει κέφια ο Καρβέλας μπορεί και γράφει καλή μουσική, αν και όχι με την ίδια ένταση σ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Τα τραγούδια και, ιδίως, το βασικό μοτίβο έχουν τραγουδηθεί και έχουν ξεπεράσει τα σύνορα της παράστασης εδώ και χρόνια.

Η κακιά Μάγισσα και, στο δεύτερο μέρος, απατημένη Λόα – Εβελίνα Παπούλια, ‘χτυπιέται’ πάνω στη σκηνή με υπερβάλλοντα ζήλο και τραγουδάει τόσο δυνατά, προσπαθώντας να βγάλει όλο το ερμηνευτικό της πάθος, που τελικά δεν πείθει. Η Παπούλια έχει όλα τα φόντα να είναι μια καλή ηθοποιός σε μιούζικαλ και θα μπορούσε να είναι πάρα πολύ καλή σ’ αυτόν το ρόλο. Ταιριάζει στην εκρηκτική ιδιοσυγκρασία της και στην άνεση με την οποία κινείται. Τα μάτια της πραγματικά έβγαζαν φλόγες μίσους βιώνοντας τον ρόλο της και το κορμί της ακολουθούσε τις ψυχολογικές εναλλαγές της ‘κακιάς’. Όμως το μυστικό είναι να παίρνεις τον θεατή μαζί σου και όχι να τον απωθείς με την υπερβολή, που στο τέλος φαντάζει ψεύτικη.

Ο σκηνοθέτης – μήλο της Έριδος, Παναγιώτης Πετράκης, έχει μια πολύ καλή κίνηση και καλή φωνή, οι ερμηνευτικές του ικανότητες, όμως, δεν πείθουν. Είναι νέος, πάντως, και έχει πολλά περιθώρια βελτίωσης.

Ο Ιεροεξεταστής, Νικόλαος Καραγκιαούρης, με καλή, επιβλητική φωνή, αλλά ακούνητος σαν μια πανύψηλη κολώνα.

Η γκουβερνάντα και μάνα, Μαρία Γράμψα, παρά την πολύ καλή φωνητική της απόδοση, θύμιζε άτολμη και πονεμένη ‘μανούλα’ των ελληνικών ταινιών του ’60.

Ο υπόλοιπος θίασος ισορροπούσε με αξιοπρέπεια μεταξύ της όχι κακής κίνησης του και φωνής και των κενών που οφείλονταν στην σκηνοθεσία.

Δεν ξέρω με ποιο σκεπτικό ο σκηνοθέτης ‘ευνούχισε’ τους ηθοποιούς και την παράσταση, ούτε μπορώ να καταλάβω σε τι ακριβώς απέβλεπε με όλο αυτό το κραυγαλέο ουρλιαχτό, από τη μια μεριά, και την αναιμική υποτονικότητα, από την άλλη.

Τα σκηνικά ήταν καλά και ευρηματικά, αποδίδοντας το σκοταδισμό του Μεσαίωνα, αλλά και τις ύποπτες γειτονιές της Νέας Υόρκης. Τα κουστούμια της Βαχλιώτη αρκετά καλά και τα εφέ εντυπωσιακά.

Άφησα τελευταία την Άννα Βίσση –την Αννούλα-. Περίμενα πολλά από την Βίσση και δεν είδα τίποτα περισσότερο από ένα καλό κοριτσάκι, άτολμο και υπάκουο στις προσταγές του σκηνοθέτη, ο οποίος την εκμηδένισε. Μια άβουλη καλή Βασίλισσα και μια ερωτευμένη που δεν έπειθε με τίποτα. Πού είναι το μπρίο και η δυναμική της Άννας που βγαίνει στη σκηνή και ορίζει τον χώρο; Πού είναι η κίνηση της που ηλεκτρίζει τα πλήθη; Είχε τα χέρια της σταυρωμένα σαν να μην ήξερε τι να τα κάνει, πού να τα βάλει. Το σώμα της κοκαλωμένο, χωρίς αντίδραση. Ποια; Η Βίσση, που όταν ανοίγει και κινεί τα χέρια της όταν τραγουδάει δονείται ολόκληρη από πάθος και διαχέει κύματα ενθουσιασμού στο περιβάλλον. Ήταν δύο ή τρία τα κομμάτια που απέδωσε με τον δικό της, μοναδικό τρόπο, με τη φωνή της που ξεσηκώνει τον κόσμο. Και πάνω που έλεγες ότι θα ‘πάρει μπροστά’, έπεφτε πάλι, σα να ξεφούσκωνε. Κρίμα.

Δεν έφυγα με κακή διάθεση από το θέατρο γιατί σκεφτόμουν πώς αλλιώς θα μπορούσε να είχε αποδοθεί για να κάνει, εμένα το θεατή, να το ‘πάρω μαζί μου’. Αυτή είναι η επιτυχία ενός έργου. Και εκείνον τον ενθουσιασμό πολλών κατά την έξοδο: ‘Τέλειο, εκπληκτικό, απίθανος εκείνος, ξεχωριστή η άλλη’, πού να τον αποδώσω; Αντίθετα έφυγα μ’ ένα ξάφνιασμα, με μιαν απορία: Πώς ένα έργο μπορεί να γίνει εμπορική επιτυχία χωρίς να αξίζει; Φταίει η ελλιπής –να μην πω ανύπαρκτη- θεατρική, και εν γένει καλλιτεχνική, παιδεία μας; Φταίει η επιρρέπεια μας σε ονόματα ‘δυνατά’; Μάλλον όλα μαζί. Και πάνω απ’ όλα η αδυναμία μας να αποτινάξουμε την επιρροή της ‘δήθεν γκλαμουριάς’ από πάνω μας και να ακολουθήσουμε το ένστικτο και την νιώση μας σαν ευαισθητοποιημένοι θεατές.

Print Friendly, PDF & Email

Tags:

Category: ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *