ΤΟ ΜΑΓΚΑΛΙ

Date

skitsoΜε ρώτησες γιατί δεν γράφω πια. Με ρώτησες πότε θα γράψω το επόμενο κοινωνικό, μη πολιτικό, ανθρώπινο, επίκαιρο κειμενάκι.

Και σου απάντησα ότι δεν μπορώ να γράψω πια. Δεν μου ‘βγαίνει’. ‘Μπούκωσα’ πια. Ταράχτηκα, η γυναίκα. Τρόμαξα. Έχω στοιχειώσει με τις εικόνες γύρω μου: Άστεγοι, κάθε μέρα και πιο πολλοί, ξαπλωμένοι σε χαρτόκουτα και με ένα πάπλωμα να προσπαθούν να ζεστάνουν τα κορμιά τους για να ‘βγάλουν’ τη νύχτα –λες κι άμα ξημερώσει κάτι θα αλλάξει γι αυτούς. Άνεργοι, που δεν έχουν να πληρώσουν, όχι μόνο το ρεύμα τους, αλλά ΤΙΠΟΤΑ. Απίστευτα πλήθη να εκλιπαρούν για τρόφιμα στις κοινωνικές διανομές.

Και μου είπες: Γράψε για το ‘μαγκάλι’!

Μια κουβέντα είναι πάλι αυτή. Ούτε μονοσήμαντο είναι, ούτε μονοδιάστατο. Για ποιο απ’ όλα τα μαγκάλια να γράψω, να θυμώσω, να εξαγριωθώ; Για το μαγκάλι της 13αχρονης; Γι’ αυτό των φοιτητών; Για εκείνο το παλιότερο ή για το αυριανό;

Η είδηση λιτή, αλλά περιγράφοντας ακριβώς αυτό που συμβαίνει σήμερα και θα συμβαίνει και αύριο και μεθαύριο κι όσο κρατάει ο βαρύς χειμώνας που έρχεται, ο πολικός χειμώνας που μας έχουν υποσχεθεί: ‘το διαμέρισμα δεν διέθετε ηλεκτρικό ρεύμα και το μαγκάλι ήταν το μόνο μέσο θέρμανσης για την μητέρα και την κόρη.’ ΔΕΝ ΔΙΕΘΕΤΕ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΡΕΥΜΑ!

Ε, και; θα σου πει ο ‘κύριος’, που παίζει τις ζωές μας στα χέρια του, με μια σαδιστική, σαρδόνια πόζα και ανυψωμένο φρύδι. Άμα δεν πληρώνεις, δεν έχεις.

Νομίζω, βέβαια, έχει κι αυτός τα προβλήματα του με τη μαμά του που παίρνει 500 ευρώ σύνταξη. Ναι, ναι και του είχε σταθεί ο κόσμος με καλαθάκια με τρόφιμα, με σύμπνοια, με αυταπάρνηση. Θυμάσαι;

Το θέμα με τα ‘μαγκάλια’ είναι ότι μαθαίνουμε γι αυτά αφού κάποιος πεθάνει. ‘Παράπλευρες απώλειες’ μιας αιμορροούσας χώρας, που τελεί υπό καθεστώς ‘προσχεδιασμένης, μαζικής εξόντωσης’ των κατοίκων της.

Διάβαζα βιβλία και άκουγα ιστορίες από τους γονιούς μου για τα μαύρα χρόνια της Κατοχής. Για τον κόσμο που πέθαινε στους δρόμους, για τον κόσμο που πάγωνε τους χειμώνες, για ανθρώπους που περιέφεραν μόνο το δέρμα τους πάνω στο κινούμενο σκελετό τους. Έχω δει φωτογραφίες φρίκης, εκείνης της εποχής. Καροτσάκια με νεκρούς, πεινασμένους. Μα τότε ήταν ο κατακτητής που μας εξόντωνε. Μα τότε είχανε μιαν ελπίδα μπροστά τους οι καταπιεσμένοι, ότι κάτι θα αλλάξει.

Και σκεφτόμουν πόσο τυχερή είμαι που ζω σε μιαν εποχή διαφορετική. Μιαν εποχή που προσφέρει ευκαιρίες, δυνατότητες και είναι απαλλαγμένη από κατακτητές.

Χα, χα! Γελάω η ‘χαρούμενη’. Σήμερα έχουμε ΚΑΙ κατακτητή ΚΑΙ ξένο δυνάστη ΚΑΙ ντόπιο ρυθμιστή.

Όπως αναφέρει το ΑΜΠΕ, στην Ελλάδα, σε συνθήκες φτώχειας βρίσκεται το 23,5% του πληθυσμού, σε συνθήκες ένδειας το 19,5%, ενώ ζει σε οικογένεια αντιμέτωπη με τον κίνδυνο της ανεργίας (δηλαδή σε οικογένεια που λίγο πολύ κανένα μέλος της δεν έχει «κανονική δουλειά») το 14,1% του πληθυσμού.’

Χα, χα! Ξαναγελάω η αλλοπαρμένη νεανίδα, που νόμιζα ότι σώθηκα. Που νόμιζα ότι θα έχω τα βασικά –δε μιλάω για κάτι παρά πάνω, γιατί παθιάστηκα με τη δουλειά μου και είχα κάνει τις επιλογές μου (αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη συζήτηση). Πίστευα, λοιπόν, ότι θα έχω κάτι να φάω, να πιώ ένα καφέ –άντε και δυο-, να ζεσταίνομαι τους χειμώνες.

Και τώρα η πόλη ζέχνει από την αποφορά του λίπους της αναλγησίας τους. Και εγώ κρυώνω και εσύ πεινάς και εκείνος πονάει και η Σάρα φόρεσε το νυφικό της φόρεμα για το στερνό ταξίδι. Και οι ‘μεγαλόψυχοι’ υποκριτές αποφάσισαν να μην απελάσουν τη μητέρα της. Και όλα, πια, εξαρτώνται από την κοινωνική αλληλεγγύη και μόνο.

Το σκίτσο του Δημήτρη Χατζόπουλου στην εφημερίδα «Τα Νέα» αποτυπώνει με συγκλονιστικό τρόπο το σοκ από το θάνατο της 13χρονης Σάρα στη Θεσσαλονίκη.
Το σκίτσο που δημοσιεύει σήμερα η εφημερίδα, δείχνει ένα μαγκάλι σε ένα άδειο δωμάτιο.
Ο καπνός που βγαίνει, σχηματίζει την Ελλάδα. Στον τοίχο, κρεμασμένο σε μια κρεμάστρα, ένα λευκό φόρεμα. Τα είπε όλα χωρίς λέξεις...’

Μπράβο, Δημήτρη Χατζόπουλε, που με τη δύναμη που βγαίνει από το πενάκι σου συμπύκνωσες όλο το πρόβλημα σε ένα σκίτσο που ανατριχιάζει. Και βάζω και εγώ το σκιτσάκι σου στο κείμενο μου, πιστεύοντας ότι δεν θα έχεις αντίρρηση να ενωθούν οι φωνές μας και να γίνουν δύναμη, γροθιά.

Τα ‘πα ξανά. Έχεις δίκιο: Πρέπει να γράφω συχνότερα. Αυτή η κατάθεση στο χαρτί με ξαλάφρωσε, με ζωντάνεψε. Με θύμωσε. Και μου ξανάνοιξε το παράθυρο: Να πιστέψουμε πάλι στο ΑΥΡΙΟ! Να παλέψουμε για το ΑΥΡΙΟ!

 

Print Friendly, PDF & Email

Περισσοτερα
αρθρα