banner ad

ΓΕΥΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

. April 14, 2014 . 0 Comments

5020dad3a704bΣα να ξεσηκώθηκα λιγάκι με τις προηγούμενες συνταγές-γευστικές αναμνήσεις μου και βάλθηκα να ‘σκάψω’ τη μνήμη μου για να ανασύρω ό,τι υπάρχει εκεί μέσα, σχετικό με την κουζίνα της μάνας μου. Σ’ αυτό με βοήθησε και ο ‘εκλεπτυσμένος γευσιγνώστης’ γιός μου, ο οποίος κοντά στη γιαγιά του ‘μαθήτευσε’ στις ρουμελιώτικες συνταγές.

Την 25η Μαρτίου έφαγα, μετά από πολλά χρόνια (την απέφευγα λόγω μυρωδιάς, αλλά φέτος το παρέκαμψα το θέμα), μια πολύ νόστιμη σκορδαλιά στο ταβερνάκι της γειτονιάς, φτιαγμένη με πατάτα. Και τότε νάτη η ανάμνηση μιας άλλης σκορδαλιάς απ’ τα μικράτα μου. Ήταν πιο βαριά και η γεύση της πιο έντονη, αλλά είχε κι αυτή μια νοστιμιά αλλιώτικη.

Σκορδαλιά με καρύδια

Η μάνα με έβαζε το πρωί της 25ης, να πολτοποιήσω στο μπρούτζινο γουδί δύο χούφτες καρυδόψιχα. Εκείνος ο μεταλλικός ήχος που έκανε το γουδοχέρι καθώς χτυπούσε στα τοιχώματα του γουδιού, είναι ακόμη μες τα αυτιά μου. Κι η φωνή της μάνας, βέβαια, ‘Μην τρως. Δεν θα φτάσει’, κάθε φορά που έκλεβα ένα καρύδι. Εκείνη μούσκευε 2-3 φέτες μπαγιάτικο ψωμί, του έβγαζε την κόρα και το έστυβε γερά με τα χέρια για να μην έχει νερά. Μόλις τα καρύδια ήταν έτοιμα τα έβαζε σε ένα πιάτο και έριχνε στο μπρούτζινο γουδί 5-6 σκελίδες σκόρδο, το οποίο πολτοποιούσα εγώ. Θυμάμαι την αψάδα της μυρωδιάς του.

Και τώρα ‘επιστρατευόταν’ το ξύλινο γουδί, στο οποίο έβαζε τα πολτοποιημένα καρύδια και σκόρδο, το ψωμί και ενώ εγώ χτυπούσα με μανία, εκείνη έβαζε μέσα ένα φλιτζάνι ελαιόλαδο σιγά-σιγά, έτσι ώστε να προλαβαίνει να ομογενοποιείται το μίγμα, καθώς επίσης έριχνε ενδιάμεσα και σιγά-σιγά 2-3 κουταλιές σούπας ξύδι και 1-2 κουταλιές σούπας λεμόνι. Που και που έριχνε λίγο αλάτι, ενώ δοκίμαζε συχνά τη γεύση, για να γίνει όπως ακριβώς έπρεπε.

Κι σε λίγο η σκορδαλιά ήταν έτοιμη, με μιαν υφή σαν πουρές πιο σκουρόχρωμος, για να μπει στο πιάτο δίπλα στον τηγανισμένο μπακαλιάρο.

Και στη συνέχεια, καθώς κύλαγε ο καιρός, φτάναμε στη Μεγάλη Εβδομάδα με τις προετοιμασίες. Το σπίτι καθαριζόταν ενδελεχώς και γενικά υπήρχε μια κινητικότητα συνεχής. Μεταξύ άλλων η μάνα τη Μεγάλη Πέμπτη έβαφε τα αυγά. Κόκκινα, παραδοσιακά. Είχε μια τεράστια κατσαρόλα, την οποία χρησιμοποιούσε μόνο γι αυτή τη δουλειά γιατί πότιζε με την κόκκινη μπογιά των αυγών. Έριχνε μέσα και σταγόνες ξυδιού για να ‘δέσει’ το χρώμα. Αφού τα αυγά ήταν έτοιμα και είχαν κρυώσει με έβαζε να τα ‘γυαλίσω’ με ένα φανελένιο πανί βουτηγμένο στο λάδι. Και έτσι γυαλιστερά τα έβαζε σε πιατέλες και στόλιζε το τραπέζι, μέχρι το Μεγάλο Σάββατο που θα τα τσουγκρίζαμε. Εκείνο που με εντυπωσίαζε περισσότερο απ’ όλα ήταν ότι την Μ. Πέμπτη κρεμούσε ένα κόκκινο πανί στο μπαλκόνι, κάτι σαν μήνυμα ότι ‘εδώ βάφονται αυγά’. Ήταν μια παράδοση από τη Φθιώτιδα, την οποία συνέχισε για χρόνια.

Και ακολουθούσε η μαγειρίτσα του Μ. Σαββάτου. Η μάνα την έφτιαχνε με ντομάτα. Είχε μια γεύση γεμάτη αλλά ίσως λίγο βαριά, που παρ’ όλα αυτά νοστίμιζε τη βραδιά της Ανάστασης. Όταν μετά από πολλά χρόνια έκανα Ανάσταση στην Καβάλα, έφαγα για πρώτη φορά αυγοκομμένη, άσπρη και με ρύζι μαγειρίτσα. Τι έκπληξη ήταν αυτή η ελαφριά γεύση, αλλά και η διαφορετική παρουσία του πιάτου. Από τότε δεν ξανάφαγα κόκκινη μαγειρίτσα. Σε όσες περιοχές κι αν ταξίδεψα για Πάσχα, αλλά και όσους ανθρώπους συνάντησα στη πορεία μου δεν γνώριζαν την κόκκινη μαγειρίτσα της μάνας. Έμεινε μια ανάμνηση, την οποία θα παραθέσω εδώ σαν κομματάκι των γευστικών μου εμπειριών.

Μαγειρίτσα

Μεγάλο Σάββατο μεσημέρι ο πατέρας ‘γύριζε’ τα έντερα μέσα στο νεροχύτη, με μια βελόνα πλεξίματος της μάνας. Ήταν μια διαδικασία οσμηρή και χρονοβόρα. Όμως το έθιμο και η αναμονή του αποτελέσματος την έκανε ευχάριστη. Η μάνα έβραζε τη συκωταριά και ο πατέρας την ψιλόκοβε μαζί με τα καθαρά και βρασμένα έντερα. Μετά, η μάνα τα έβαζε στη μεγάλη αλουμινένια κατσαρόλα με ψιλοκομμένα φρέσκα κρεμμυδάκια, άνηθο και ντομάτα πελτέ. Μοσχομύριζε το σπίτι και το βράδυ μετά την Ανάσταση απολαμβάναμε το αχνιστό ιδιαίτερο πιάτο.

Την Κυριακή του Πάσχα, όταν βρισκόμασταν στην Αθήνα, ο πατέρας αναλάμβανε το αρνί. Έπαιρνε μια μεγάλη μαύρη λαμαρίνα από το φούρνο της γειτονιάς από το Μ. Σάββατο. Πολύ πρωί την Κυριακή την έστρωνε με κληματόβεργες, τις οποίες είχε προμηθευτεί τις προηγούμενες μέρες από φίλους και γνωστούς με αυλές και κήπους. Ακουμπούσε επάνω το αρνί με μπόλικο χοντρό αλάτι και πιπέρι και με δεμένα τα πόδια και ραμμένη την αλατοπιπερωμένη κοιλιά και το πήγαινε στο φούρνο απ’ όπου το παίρναμε αργά το μεσημέρι, αφού χρειαζόταν το χρόνο του για να ψηθεί σωστά.

Ήταν πολύ νόστιμο, γιατί οι κληματόβεργες το κρατούσαν ψηλά, έτσι ώστε να στάζει το λίπος του και η μυρωδιά του ψημένου ξύλου έκανε τον οβελία πιο νόστιμο και ξεχωριστό.

Γευστικό ταξίδεμα στο παρελθόν. Η μνήμη της γεύσης και της μυρωδιάς παραμένει ζωντανή μέσα στου χρόνου την πορεία και ξεπετιέται όταν δεν το περιμένεις, ξυπνώντας καλά κρυμμένες, αλλά όχι χαμένες, στιγμές και εικόνες.

Print Friendly, PDF & Email

Tags:

Category: ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *