ΑΝΑΙΜΙΑ

Date

640x392_95022_218190Η επίπτωσή της είναι περίπου 67.0% για τους ογκολογικούς ασθενείς, οι περισσότεροι των οποίων λαμβάνουν χημειοθεραπεία. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ακτινοθεραπεία, η επίπτωση της αναιμίας κυμαίνεται από 44% έως 75% πριν την θεραπεία για να φτάσει το 63% έως 79% αντίστοιχα μετά τη θεραπεία εξαρτώμενη από την εντόπιση του καρκίνου. Τόσο στην περίπτωση της χημειοθεραπείας όσο και στην περίπτωση της ακτινοθεραπείας, η αναιμία που εκδηλώνεται είναι ήπια έως μέτρια.

Εκτός των ανεπιθύμητων ενεργειών που συνεπάγεται η παρουσία αναιμίας, με κυριότερη το αίσθημα κόπωσης, οι αναιμικοί ασθενείς επίσης υστερούν σημαντικά σε δραστηριότητες της καθημερινής ζωής παρουσιάζοντας ένα υποβαθμισμένο επίπεδο ποιότητας ζωής.

Επιπλέον η αναιμία και η εξ αυτής προκαλούμενη υποξία των ιστών έχει σαν αποτέλεσμα την ελάττωση της αποτελεσματικότητας της χημειοθεραπείας ή της ακτινοθεραπείας και τον μειωμένο τοποπεριοχικό έλεγχο της ασθένειας.

Στην παθογένεση της αναιμίας του καρκίνου συμμετέχουν πολλαπλοί μηχανισμοί, οι οποίοι σχετίζονται με τον ασθενή (διατροφική ανεπάρκεια, ηλικία), με τον καρκίνο (διήθηση καρκινικών κυττάρων στο μυελό των οστών, αιμόλυση, χρόνια απώλεια αίματος, μειωμένη λήψη τροφής), τη θεραπεία (τοξικότητα οφειλόμενη στην ακτινοθεραπεία και τη χημειοθεραπεία, μυελοκαταστολή, νεφροτοξικότητα, απώλεια αίματος κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης)

Η αναιμία χρόνιας νόσου

Η αναιμία χρόνιας νόσου αποτελεί μία σημαντική συνιστώσα της παθογένεσης της αναιμίας του καρκίνου. Διεργασίες που προκαλούνται από τον ίδιο τον όγκο μπορούν να οδηγήσουν σε τυπική “αναιμία χρόνιας φλεγμονής”, η οποία συνοδεύεται τόσο από μειωμένο αριθμό δικτυοερυθροκυττάρων, όσο και από μειωμένη σιδηροδεσμευτική ικανότητα . Σε πολλές περιπτώσεις, η απάντηση της ενδογενούς ερυθροποιητίνης στην αναιμία είναι ανεπαρκής. Οι κυτταροκίνες όπως η ιντερλευκίνη-1 (IL-1), ιντερλευκίνη-6 και ο παράγοντας νέκρωσης των όγκων φαίνεται πως συμμετέχουν στην καταστολή της ερυθροποίησης, επιδρώντας στο μυελό των οστών και στην παραγωγή ερυθροποιητίνης.

Αναιμία οφειλόμενη στη χημειοθεραπεία

Οι άμεσες μυελοκατασταλτικές επιδράσεις και η διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας που προκαλείται από διάφορα χημειοθεραπευτικά φάρμακα ενδέχεται να συμμετέχουν στην ανάπτυξη της αναιμίας στους καρκινοπαθείς . Πραγματικά, σχεδόν όλα τα κυτταροτοξικά φάρμακα προκαλούν άμεση καταστροφή του μυελού των οστών η σοβαρότητα της οποίας εξαρτάται από τον τύπο, τη δόση και την ισχύ της δόσης των χορηγούμενων φαρμάκων, από προηγούμενη ακτινοθεραπεία και χημειοθεραπεία, καθώς και από την κατάσταση του ασθενούς κατά την έναρξη της θεραπείας . Η διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας προκαλείται κυρίως από ενώσεις πλατίνας και οδηγεί σε ανεπάρκεια της νεφρικής παραγωγής ερυθροποιητίνης, με επακόλουθη μείωση ειδικά της παραγωγής ερυθροκυττάρων.

Οι διαθέσιμες θεραπευτικές παρεμβάσεις είναι:

Οι μεταγγίσεις αίματος και η χρήση ερυθροποιητικών πρωτεϊνών

Επιπτώσεις για τον ασθενή και την εξέλιξη της νόσου

Η εμφάνιση αναιμίας μπορεί να επιδεινώσει την ποιότητα ζωής των ασθενών, τη λειτουργική ικανότητα τους και ενδεχομένως την επιβίωση. Επίσης, έχει αποδειχθεί ότι σε ασθενείς με καρκίνο, η χαμηλή συγκέντρωση Hb (

Αναιμία και ποιότητα ζωής

Τα συμπτώματα της αναιμίας συμβάλλουν σημαντικά στην έντονη, αρνητική επίδραση του καρκίνου στην ποιότητα ζωής του ασθενούς.

Σε αυτά περιλαμβάνονται η κόπωση, η μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης, η ζάλη και η δύσπνοια κατά την άσκηση, καθώς και συμπτώματα από το καρδιαγγειακό, όπως αίσθημα παλμών. Όλα επιδρούν στη λειτουργική ικανότητα του ασθενούς και μπορούν να επιδεινώσουν σοβαρά την ποιότητα ζωής του. Το σύμπτωμα που αναφέρεται πιο συχνά είναι η κόπωση, η οποία συνήθως ορίζεται ως ένα συντριπτικό και μόνιμο αίσθημα εξάντλησης, το οποίο, σε αντίθεση με την «υγιή κόπωση», επιμένει ακόμα κι αν ξεκουραστεί.

Aντιμετώπιση της αναιμίας

Η πρόληψη ή η διόρθωση της αναιμίας του καρκίνου έχει ύψιστη σημασία, προκειμένου να υφεθούν ή να εξαλειφθούν τα συμπτώματα, να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής και να μεγιστοποιηθούν τα αποτελέσματα της θεραπείας. Η αντιμετώπιση της αναιμίας γίνεται είτε με μεταγγίσεις που προσφέρουν πιο άμεσα αλλά παροδικά αποτελέσματα είτε με ερυθροποιητικό παράγοντα που διορθώνει την υφιστάμενη διαδικασία της αναιμίας. Η αποτελεσματικότητα αυτών των παραγόντων στη διόρθωση της αναιμίας σε καρκινοπαθείς έχει τεκμηριωθεί μέσα από κλινικές μελέτες από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Η επιλογή ανάμεσα στους ερυθροποιητικούς παράγοντες που κυκλοφορούν θα πρέπει να γίνεται με βάση αξιολόγησης και κάποιων επιπλέον στοιχείων.

Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι αρκετοί ασθενείς ενοχλούνται να ταξιδεύουν για να λάβουν την αγωγή τους, καθώς και να αλλάζουν το καθημερινό τους πρόγραμμα. Ακόμη πιο συγκεκριμένα, ένα αξιόλογο ποσοστό ασθενών δηλώνουν ότι χρειάστηκε να πάρουν άδεια από την εργασία τους προκειμένου να λάβουν την αγωγή τους. Οι περισσότεροι και κυρίως εκείνοι που είναι περιπατητικοί και δραστήριοι δηλώνουν προτίμηση σε μία αγωγή που θα προσφέρει λιγότερη συχνή χορήγηση.

Ανάμεσα στους παράγοντες ερυθροποίησης που κυκλοφορούν κάποιοι μπορεί να χορηγούνται έως και μια φορά την εβδομάδα ενώ κάποιοι άλλοι έως και μια φορά κάθε τρεις εβδομάδες.

Η ανάγκη για αποτελεσματικότερη και ευκολότερη διαχείριση της αναιμίας υπάρχει. Τα διαθέσιμα κλινικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι χάρη στην αποτελεσματικότητα , την ευελιξία και την καταλληλότητα των δόσεων των ερυθροποιητικών παραγόντων, προσφέρεται η δυνατότητα για καλύτερη ανταπόκριση σε μεγάλο αριθμό ασθενών με διάφορους τύπους καρκίνου.

Πηγη: belife.gr

Print Friendly, PDF & Email

Περισσοτερα
αρθρα