banner ad

ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

. March 14, 2011 . 0 Comments

“Εὖ σοί τό μέλλον ἕξεις, ἄν τό παρόν εὖ τιθῇς”.

(ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ)

 

Έχει λεχθεί ότι το μέλλον ενός λαού είναι αβέβαιο, επειδή εξαρτάται από τον ίδιο. Αυτό βέβαια ισχύει, όταν ο λαός δεν είναι βέβαιος για τον εαυτό του, για τις αρχές, τις αξίες και τις ιδέες του. Σήμερα ζούμε στη φάση της μεγάλης αβεβαιότητας. Αν όμως δώσουμε στη ζωή μας όχι μόνο αβεβαιότητες αλλά και κάποιες βεβαιότητες, κάποιες πνευματικές και υλικές σταθερές, τότε μπορεί και το μέλλον του ελληνισμού να είναι βέβαιο. Έχουμε το προνόμιο να είμαστε κληρονόμοι ενός λαμπρού παρελθόντος, που κατάλληλα αξιοποιούμενο μπορούσε να μας δώσει την ασφαλή βάση για ένα επίσης λαμπρό παρόν κι ένα λαμπρότερο μέλλον. Αυτό που γεννά την αβεβαιότητα είναι το σκεπτικιστικό ερώτημα: διαθέτουμε το κατάλληλο έμψυχο δυναμικό που θα χειριστεί και θα διαχειριστεί τα πεπρωμένα μας και το οποίο θα κατευθύνει τη πορεία του Ελληνισμού;

Λέγεται πως σήμερα ο Ελληνισμός βρίσκεται σε κάμψη. Όμως συχνά στο παρελθόν πέρασε από παρακμιακές καταστάσεις αλλά κατάφερε να τις ξεπεράσει. Να αναβιώσει και να επιβιώσει. Σήμερα αυτό που χρειάζεται είναι να δείξουμε- χωρίς λεκτικούς βαρυγδουπισμούς- όχι πως είμαστε ένας αθάνατος λαός, αλλά ότι τουλάχιστον δεν είμαστε ένας πεθαμένος λαός. Αυτό προϋποθέτει ότι πρέπει να εργασθούμε κι όχι να επαναπαυθούμε. Να σχεδιάσουμε κι όχι να αυτοσχεδιάσουμε. Και μάλιστα ούτε να σχεδιάσουμε αλλά να προσχεδιάσουμε, προτού πορευθούμε προς την  Ενωμένη  Ευρώπη,  που,  αν δεν είμαστε  καλά  οργανωμένοι, μας αναμένει σαν νέος Πολύφημος να μας καταπιεί. Για τους επιφανείς του τόπου μας θα φανεί ευμενής: θα τους φάει τελευταίους… Ίσως γιατί συγκατετέθηκαν στο “φάγωμα” της Μακεδονίας ως ονόματος και προετοίμασαν το έδαφος για το “φάγωμα” της Θράκης πιθανώς ενός εξαμήνου, αν δεν αφυπνι­σθούμε εγκαίρως.

Λέμε ότι σήμερα κτίζουμε το σπίτι του αύριο ή μάλλον φτιάχνουμε το δικό μας διαμέρισμα στην αυριανή πολυκατοικία της Ευρώπης. Το ερώτημα είναι με τι υλικά το φτιάχνουμε και σε τι ύψος το τοποθετούμε: Θα διεκδικήσουμε δωμάτια με θέα ή θα περιοριστούμε στο ισόγειο. Οι αρχαίοι ήσαν προειδοποιη­τικοί: “Κακής απαρχής γίγνεται τέλος κακόν”. Πρέπει να σχεδιά­σουμε σωστά το σπίτι του μέλλοντος, για να χωρέσει τα όνειρά μας. Το μέλλον ανήκει σ’ αυτούς που κάνουν σχέδια γι’ αυτό. Εμείς αντί να κάνουμε σχέδια, κάνουμε κομματισμό. Οι πολιτικοί μας, όπως έγραψα προ δεκαετίας σ’ ένα βιβλίο μου, αντί να σκέπτονται τις επόμενες γενεές, σκέπτονται τις επόμενες εκλογές. Τους ενδιαφέρει το μέλλον του κόμματος ή το δικό τους κι όχι το μέλλον της Ελλάδος. Η πολιτική ανευθυνότητα του παρόντος θα χρεώσει το μέλλον με  βαρειές ευθύνες.

Ακούγεται συχνά ότι το μέλλον του Ελληνισμού είναι ευθύνη των νέων. Αλλ’ οι νέοι είναι δική μας ευθύνη. Για ν’ αποκτήσουν αίσθημα ευθύνης, πρέπει να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες προϋποθέσεις. “Δεν θα πείσουμε τον κολυμβητή να καταδυθεί, αν δεν γεμίσουμε την πισίνα με νερό”, δίδασκε ο Κομφούκιος. Και οι νέοι δεν πρόκειται ν’ αναλάβουν καμμιά ευθύνη, όταν βλέπουν με πόση ανευθυνότητα αντιμετωπίζουμε όχι μόνο το δικό τους μέλλον αλλά και το μέλλον του Ελληνισμού. Η ευθύνη που φέρουμε από μια μεταπήδηση από το στενό εθνικό στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, απαιτεί να εξοπλίσουμε τη νέα γενιά με ισχυρά πνευματικά και ηθικά εφόδια για ν’ αντιμετωπίσει την ευρωπαϊκή πρόκληση. Απαιτείται ανάταση για να βγούμε από το πολιτιστικό τέλμα μέσα στο οποίο βυθιζόμαστε. Μια γόνιμη ανάπλαση και μετάπλαση του πνευματικού μας πλούτου, που θα μας επιτρέψει να κάνουμε κερδοφόρες επενδύσεις.

Αλλ’ επειδή οι καιροί δεν είναι συνετοί, είναι καιρός να κατανοηθεί μια συνετή συμβουλή του Ευάγγελου Παπανούτσου: “Απ’ όλα τα βάρη μπορούν ν’ απαλλαγούν οι ώμοι του ανθρώπου, εκτός από ένα: το βάρος της ευθύνης”. Η φράση αυτή βρίσκει απόλυτη εφαρμογή, αν την εξετάσουμε σε σχέση με τις ευθύνες που έχουμε εμείς οι τωρινοί Έλληνες για το μέλλον του Ελληνι­σμού. Είναι προφανές ότι δεσμευόμαστε έναντι των απογόνων μας που είναι η δίκη μας προέκταση στο μέλλον δεσμευόμαστε κι έναντι των προγόνων μας που είμαστε δική τους συνέχεια. Ο άνθρωπος που έχει συνείδηση ιστορίας δεν λογοδοτεί στο παρόν αλλά και στο παρελθόν και στο μέλλον. “Νεκροί θα μας δικάσουν κι  αμέτρητοι οι αγέννητοι”,  είχε πει ο  Παλαμάς.

Η Ευρώπη δεν κατακτάται με τη νοοτροπία “να κερδίζουμε περισσότερα με λιγώτερο κόπο”. Γιατί τότε χωρίς κόπο θα μας κερδίσουν και θα μας σβήσουν οι άλλοι. Και θα γίνει αυτό που είπε ποιητικά ο Μπρεχτ: “Αυτό που ο ασβέστης μας αφάνισε δεν ήταν πια πρόσωπο”. Θα είμαστε ένας απρόσωπος άμορφος και αμόρφωτος λαός. Πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε απαρχής: στην αυριανή Ευρώπη μας ενδιαφέρει να ζήσουμε ως οικονομικά ή πνευματικά μεγέθη; Αν μας ενδιαφέρει το δεύτερο, τότε πρέπει και να μας ενδιαφέρει περισσότερο όχι το κατά κεφαλήν εισόδημα αλλά το εντός της κεφαλής πνευματικό εισόδημα και το εντός της ψυχής εθνικό φρόνημα. Στο σημείο αυτό την πιο μεγάλη ευθύνη χρεώνονται όχι οι πολιτικοί αλλ’ οι πνευματικοί μας ταγοί. Τα έθνη δεν σώζονται – στη μακριά διάρκεια του χρόνου – από την πολιτική που κινείται στο χώρο των σκοπιμοτήτων αλλ’ από τις ιδέες. Πιο απλά: το αν θα επιζήσει η Ελλάς δεν εξαρτάται από τις ιδέες των πολιτικών της αλλά από τις ιδέες των ποιητών της. Προσωπικά – και το έχω διακηρύξει κατ’ επανάληψη -δεν πιστεύω στις αλήθειες των πολιτικών, αλλά στις αλήθειες των ποιητών. Γι’ αυτό κάποτε, μιλώντας στην Κύπρο – παρά τις πικρές διαπιστώσεις μου – υποστήριξα πως η Ρωμιοσύνη δεν χάνεται μέσα στις δυσκολίες των καιρών και τελείωσα με τους στίχους του λαϊκού  βάρδου  της  Κύπρου,  του  Βασίλη  Μιχαηλίδη:

“Η  Ρωμιοσύνη  εν φυλή συνότζαιρη του κόσμου,

κανένας δεν ευρέθηκεν για να την εξηλείψει,

κανένας,  γιατί  σιέπει την πυ τ’ άψη ο Θεός μου”

Λέγοντας Ρωμιοσύνη ή Ελληνισμό, δεν εννοώ ένα συγκε­κριμένο γεωγραφικό χώρο, ούτε ένα ιδεολογικό ρεύμα που το ακολουθούν κάποιοι πιστοί – λίγοι ή πολλοί αδιάφοροι – αλλά κάποιες αξίες ζωής, κάποια ιδανικά, έντονα πνευματικό πλούτο, στοιχεία που έθρεψαν, τρέφουν και θα τρέφουν αυτούς που θα επιμένουν και θα εμμένουν όχι να λέγονται αλλά να είναι Έλληνες. Σήμερα ακούμε σχεδόν απ’ όλα τα κόμματα κι από πολλά στόματα ότι το μέλλον του Ελληνισμού βρίσκεται στην Ευρώπη. Η Ευρώπη, και ως λέξη και ως πνευματική παρουσία, είναι δική μας δημιουργία. Η Ευρώπη ήταν μια ωραία κόρη που απήγαγε μεταμορφωμένος σε ταύρο ο Δίας. Αυτό δεν είναι λόγος η Ευρώπη ν’  απαγάγη σήμερα εμάς και να  μας εξαφανίσει.

Και το λέω αυτό, γιατί στην εποχή μας τείνει να εκλείψει αυτό που ονομάζουμε εθνικός πολιτισμός και να υποκατασταθεί από τον κοσμοπολιτισμό, που δεν διαμορφώνεται με βάση τις εθνικές καταβολές των λαών, αλλά από τους ρυθμούς του καιρού που δεν έχουν ιθαγένεια. Υπάρχει ακόμη κι ένας πολυεθνικός “πολιτισμός” που υπαγορεύεται από τα συμφέροντα των πολυ­εθνικών εταιρειών, και που δεν είναι ουσιαστικά πολιτισμός αλλά υπο-πολιτισμός. Είναι αυτό που δηλώνεται με τον όρο “υπο­κουλτούρα”. Για μας είναι ζωτική ανάγκη να κρατηθούμε σαν τον Οδυσσέα δεμένοι στο κατάρτι της πολιτιστικής παραδόσεώς μας, να ακούμε αλλά να μην προσχωρούμε, για να μην εξαφανι­στούμε από τα ξένα πολιτιστικά κύματα ή λύματα. Να σώσουμε την ελληνική ιθαγένεια που είναι ενυφασμένη στις παραδόσεις μας. Αυτό δεν σημαίνει άρνηση του ξένου ή ξενοφοβία. Εμμένω στις παραδόσεις μου δεν σημαίνει στείρος φορμαλισμός αλλά δυναμικός ρεαλισμός, γόνιμη αφομοίωση ενός στοιχείου που μου προσφέρει ένας ξένος λαός, αρκεί να είναι καλό. Από την αρχαιότητα πάντοτε ο Ελληνικός πολιτισμός πήρε χυμούς από άλλους λαούς και άνθισε σαν ποτισμένο τριαντάφυλλο.

Αν όμως χάσουμε τη γλώσσα μας, τα βασικά συστατικά του ελληνικού ήθους, φιλότιμο, ψυχική αρχοντιά, λεβεντιά και όλο το τελετουργικό κύκλο που στη βάση του είναι θρησκευτικός, τι θα είναι αυτό που θα μας χαρακτηρίζει αύριο ως έθνος των Ελλήνων; Με τι οράματα θ’ αναθρέψουμε τα παιδιά μας; Αν αποκοπούμε από τις ρίζες μας, τι απομένει; Μας περιμένει η πολιτιστική “μιγαδοποίηση”, ο γλωσσικός “κρεολισμός”. Στο σημερινό κοσμοπολιτισμό, δεν είναι δυνατό εμείς οι κληρονόμοι της πιο μακράς πολιτιστικής παραδόσεως να πολιτογραφηθούμε σαν μιγάδες. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνουμε νάρκισσοι, να μας κυριεύσει η ωραιοπάθεια για τα δημιουργήματά μας, για τον εαυτό μας. Απαιτείται μια ρεαλιστική αντίληψη του χαρακτήρα μας, αποφεύγοντας τις εθνικιστικές εξάρσεις που μπορούν να οδηγήσουν στην κατάρρευση του έθνους μας από μια διογκωμένη αντίληψη περί έθνους. Ασφαλώς μια καλύτερη οργανωμένη δημοκρατία  θα  φέρει  την  ισχυροποίηση της εθνικής  μας  βάσης.

Εξ άλλου το να μπαίνεις στην Ευρώπη δεν- σημαίνει ν’ ανεβαίνεις αμέριμνα μια σκάλα σφυρίζοντας, με τα χέρια στην τσέπη. Η Ευρώπη είναι στίβος μάχης και μέσα σ’ αυτόν ισχύει το βυζαντινό λόγιον: “Ουαί τω μη τοις ιδίοις όνυξι ξυομένω”. Βεβαίως ο Έλλην δεν πάει με άδεια χέρια. Στο κοινό ταμείο πολιτισμού έχει κάνει την πιο γενναία κατάθεση. Διαθέτει το πιο ένδοξο παρελθόν, αλλά δεν μπορεί να ζήσει με τους τόκους των προγονών του. Ισχύει εν προκειμένω αυτό που μας είχε πει κάποτε υποτιμητικά ο Ιούλιος Καίσαρ: “Ως πότε θα σας σώζει η δόξα των προγόνων σας;”. Στο ένδοξο παρελθόν αντιπαρα­τάσσουμε ένα άδοξο παρόν. Η πολιτική μας ισχύ παρέχει τόσες εγγυήσεις σοβαρότητος, όσες εγγυήσεις ακριβείας παρέχουν οι λογαριασμοί της ΕΥΔΑΠ. Η οικονομίας θυμίζει χλαμύδα απόρου φαντάσματος. Οι πολιτιστικές μας εκλάμψεις είναι σαν τις λάμψεις ψεύτικου διαμαντιού που θυμίζουν περιστρεφόμενο φάρο. Για να δούμε την επιστημονική μας ισχύ, πρέπει να εξετάσουμε την ανάπτυξη της τεχνογνωσίας στα ΤΕΙ, ΑΕΙ, επίσης τη σύνδεση των κέντρων αυτών με την παραγωγή, με τους οργα­νισμούς και επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν αυτή την τεχνογνωσία. Τότε θα διαπιστώσουμε με θλίψη ότι η παραγωγή καινοτομιών και η εξοικείωση – με ελάχιστες τιμητικές εξαιρέσεις – με την υψηλή τεχνολογία στη χώρα μας είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες. Τα ανώτερα και ανώτατα πνευματικά μας ιδρύματα – με λίγες εξαιρέσεις που κι αυτές οφείλονται στη φιλοτιμία μεμονωμένων ατόμων η μικρών ομάδων – βρίσκονται πολύ πίσω από τα αντί­στοιχα των δυτικών κρατών, αποτελώντας τους φτωχούς συγγενείς στη μεγάλη πανεπιστημιακή κοινότητα.

Για να μπορέσουμε ν’ αντεπεξέλθουμε στις δυσκολίες που μας αναμένουν, πρέπει να διαπαιδαγωγήσουμε τη νέα γενιά με το όραμα της δυσκολίας κι όχι της ευκολίας. Η Ευρώπη δεν κατακτάται με την πρακτική της “ήσσονος προσπαθείας”, ούτε με τη μαγική φράση “σουσάμι άνοιξε”. Η νεολαία μας πρέπει να μάθει πως μέσα στους κόλπους της Ενωμένης Ευρώπης υπάρχουν και θα υπάρχουν ρόλοι πρωτεύουσας και ρόλοι δευτερεύουσας σημασίας. Οι δεύτεροι ρόλοι θα είναι για εκείνους που δίνουν στα παιδιά τους μόρφωση και ήθος δεύτερης ποιότητας, ώστε να μην αποκτήσουν το αναγκαίο πνευματικό και ηθικό σθένος να παρεμβαίνουν δυναμικά στα κέντρα λήψεως των αποφάσεων. Μοιραία θα περιορίζονται στην εκτέλεση οδηγιών και στην εφαρμογή προγραμμάτων που καταρτίζονται από κάποιους εταίρους ετέρους. Για να παίξουμε ρόλο πρωτεύουσας σημασίας, απαιτείται μια εκστρατεία ευθύνης, να συνειδητοποιήσουμε ότι το πρόβλημα είναι κοινό και όλοι – συνεπώς – είμαστε μέρος της λύσης. Έτσι μόνο θα καλύψουμε την πνευματική, επιστημονική και οικονομική απόσταση που μας χωρίζει από την προηγούμενη Ευρώπη και που μας κατατάσσει  κάπου στην περιφέρεια.

Για να ξεφύγουμε από την περιθωριοθέτηση μία δυνατότητα έχουμε: την παιδεία, που θ’ αξιοποεί την ευφυία των παιδιών μας. Το σπουδαιότερο κεφάλαιο μιας χώρας είναι τα κεφάλια των νέων της. Η υπάρχουσα παιδεία δεν τ’ αξιοποιεί, τα κολοκυθοποιεί. Τα υποβάλλει σε μια διαδικασία “αποκολοκυνθώσεως”. Αν όμως δημιουργήσουμε μια ελεύθερη και δυναμική παιδεία, που θα ευνοεί την κριτική σκέψη και τον αυτόνομο στοχασμό, που θα προσφέρει την αξεδίψαστη τάση για μάθηση κι ένα πατριωτικό παλμό, πως όλα αυτά δεν είναι για μας ατομικά, αλλά για την Ελλάδα,  συντασσόμενη  με  ρήμα  γονιμοποιήσεως  σημαντικό,  τότε μπορούμε να δώσουμε στη νέα γενιά ένα νέο πρόσωπο, να διαμορφώσουμε έναν ωραίο τύπο Έλληνα, που θ’ αποτελεί το πρότυπο του αυριανού Ευρωπαίου. Δεν πρέπει να χαθεί από τη νεολαία μας η ψυχική αρχοντιά και η ηθική λεβεντιά. Δεν πρέπει η Ελληνικότητα, που έχει κρυσταλλωμένο σχήμα από την αρχαιό­τητα, να υποκατασταθεί από μια αορίστου σχήματος ευρωπαϊκότητα.    Ευρωπαϊσμός δεν σημαίνει στο κάτω – κάτω αφελληνισμός.

Αυτό προϋποθέτει και μία γενικότερη αλλαγή της κοινω­νικής και πολτικής συμπεριφοράς μας. πρέπει να απορρίψουμε τη φιλοσοφίας της ραστώνης, τη νοοτροπία του dolce far niente, την ιδεολογία του “τερπνόν το μη ποιείν ουδέν”. Ο τόπος μας έχει ανάγκη από μια νέα εθνική ιδέα, από μια πολιτική εθνικής περισυλλογής, από έναν υγιή πατριωτισμό, που θα εξοβελίσει – επί τέλους – τον κομματικό “πατριωτισμό” και τον ατομικό ευδαιμονισμό του “καλά είμαι εδώ”. Κάποτε, μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, βάζαμε στα αυτοκίνητά μας το αυτοκόλλητο “δεν ξεχνώ”. Τώρα που μεγάλωσε ο κυβισμός του αυτοκινήτου μας, το ξεχάσαμε και το υποκαταστήσαμε με το “καλά περνώ”. Ποιος θυμάται και ποιος λυπάται για την Κυρήνεια και το Ριζοκάρπασο;

Πολλοί επιπολαίως μιλούν ότι είναι καιρός πια να γίνουμε Ευρωπαίοι! Αλλά εμείς είμαστε πάντα Ευρωπαίοι (και όχι μόνον Ευρωπαίοι), προτού οι σημερινοί Ευρωπαίοι ονομασθούν και γίνουν Ευρωπαίοι αν με αυτό εννοούμε το “μη βάρβαροι”. Συνεπώς οι Έλληνες δεν χρειάζονται καμμία επίπλαστη – και κυρίως πλαστή -ταυτότητα. Έχουν. Η ασχημάτιστη και αμφιβόλου ποιότητος ευρωπαϊκότητα δεν μπορεί να καλύψει την ελληνικότητα. Απενα­ντίας για να σχηματισθεί κάποτε μια κοινή ευρωπαϊκή συνείδηση, χρειάζεται σαν μαγιά την ελληνικότητα. Γιατί η Ευρώπη δεν είναι ένα απλό οικονομικό μέγεθος, είναι πολιτισμός. Και ο πολιτισμός της Ευρώπης έχει τις ρίζες του  στην ελληνική παιδεία.

Για να σταθούμε όμως άκαμπτοι, ασυμβίβαστοι και περήφανοι μπροστά στις εξελίξεις που φθάνουν με τρόπο καλπαστικό, πρέπει να αποτινάξουμε από πάνω μας τη δικτατορία των ανευθύνων. Και ανεύθυνοι είμαστε όλοι μας, όχι όταν παρανομούμε, αλλά και όταν δεν αντιδρούμε στην παρανομία και παραλυσία.   Πρέπει ν’ αποκτήσουμε αίσθημα ευθύνης απέναντι στα δημιουργήματα του παρελθόντος, ευθύνη απέναντι στον καινούργιο τρόπο ζωής, ευθύνη απέναντι σε κάθε τι που μπορεί να διακατέχει το μέλλον. Κυρίως ευθύνη έναντι του ανθρώπου, γιατί αυτός είναι το μέτρο αναπτύξεως των πάντων. Αυτός θα συνταιριάξει το στίγμα του χθες με τα δεδομένα του σήμερα, έτσι που το απαύγασμα να σημάνει ένα ανθρωπινότερο και ελληνικότερο αύριο. Γιατί το μέλλον για τον Έλληνα πρέπει να είναι ελληνικό και όχι ακαθόριστο και ακαθάριστα ευρωπαϊκό. Αλλιώς υπάρχει κίνδυνος το ευρωπαϊκό όνειρο να γίνει εφιάλτης και τα ευρωπαϊκά οράματα να μεταβληθούν σε εθνικά δράματα. Δεν θέλουμε τον αυριανό Έλληνα να μεταβληθεί σ’ ένα ευρω-ρομπότ που θα πληρώνει κεφαλικό φόρο για να έχει δικαίωμα να φέρει ένα κεφάλι χωρίς δικό του εγκέφαλο. Δεν θέλουμε Έλληνες με δοτούς εγκεφάλους. Ούτε μ’ αρέσει η χριστιανική αγάπη να μεταβληθεί σε άψυχο μηχανικό φιλί και σε κοινωνική πρόνοια που θα καλύπτουν κάποιες προνοητικές ασφαλιστικές εταιρείες. Δεν θέλω την ευρωπαϊκή αγάπη του να δίνουμε, αλλά την ελληνική αγάπη:  να  μοιραζόμαστε.

Ίσως φαίνομαι ρομαντικός και είμαι. Αλλά δεν μου λείπει ο ρεαλισμός. Γι’ αυτό θα πω κάτι πιο πρακτικό που, λόγω νοοτροπίας κυρίως, φαντάζει ουτοπικό: χρειαζόμαστε όχι μόνο παιδεία αλλά και παιδεία. Για να έχουμε μέλλον, πρέπει να έχουμε παιδιά. Αυτή τη στιγμή σε κάθε ελληνική οικογένεια αντιστοιχεί 1 παιδί. Με το σημερινό ρυθμό γεννήσεων το 2020 θα είμαστε ένας λαός 7,5 εκατομμυρίων, εκτός πια κι αν το δημογραφικό μας πρόβλημα λυθεί με την εγκατάσταση Αλβανών, Σλάβων, Ρουμάνων και Μουσουλμάνων. Αλλά τότε η Ελλάς δεν θ’ αλωθεί εκ των έξω αλλ’ εκ των έσω. Για μένα σήμερα πατριωτισμός είναι το να κάνεις παιδιά και πιο μεγάλος πατριω­τισμός να τ’ ανατρέφεις σωστά.

Δεν είμαι σωβινιστής, όπως λένε μερικοί (τοπικιστής ναι). Ο ελληνοκεντρισμός μου δεν έχει τίποτα κοινό με τον ελληνο-κεντρισμό του Περικλή Γιαννόπουλου. Για μένα ο Ελληνισμός είναι ευρύτερος από τον ευρωπαϊσμό και κυρίως από τον δυτικο-ευρωπαϊσμό. Γι’ αυτό μιλώ συχνά για Ρωμιοσύνη. Ο Ελληνισμός, όπως τουλάχιστον τον αντιλαμβάνομαι εγώ, δεν υπήρξε ο εαυτός του και για τον εαυτό του, όπως υποστήριξε κάποιος διανοητής. Πήρε από Ανατολή και Δύση, από Νότο και Βορρά και υπήρξε για όλο τον κόσμο. Εκτάθηκε στο χώρο και στο χρόνο, με σημείο αναφοράς την παιδεία. Έτσι έγινε ο πνευματικός άξονας της ιστορίας. Πώς θα ήταν, άραγε, ο πολιτισμός της σημερινής ανθρωπότητας, χωρίς τον ελληνικό, τον ελληνιστικό, τον ελληνο­ρωμαϊκό και τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό; Πορευόμαστε προς την Ευρώπη, χωρίς να ξέρουμε πως πορευόμαστε προς τον δικό μας εαυτό, αν με αυτό φυσικά εννοούμε την Ευρώπη του πνεύματος και όχι των μονοπωλίων. Αρα, για να βρούμε την Ευρώπη, πρέπει να βρούμε πρώτα τον εαυτό μας, την ελληνικό­τητα μας.

Αλλά δυστυχώς την ελληνοπληξία του χθες διαδέχθηκε η δυτικοπληξία του σήμερα. Η αργοναυτική εκστρατεία μεταβλήθηκε σε καταναλωτική υστερία. Το χρυσόμαλλο δέρας που αναζητούμε σήμερα, θα έχει σαν τίμημα να αφαιρέσουμε το δικό μας δέρμα, να αποφλοιωθούμε εθνικά, έτσι που να προσβληθεί από κάποιον θανατηφόρο ιό ο εθνικός μας πυρήνας. Χρειαζόμαστε – ειδικά σήμερα – μια νέα πανελλήνια εκστρατεία για τον εξελληνισμό των Ελλήνων.

Ήλθε η στιγμή που οι Έλληνες πρέπει να πουν “στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου”. Να κάνουν έναν τίμιο απολογισμό και να δουν σε ποια κατάσταση τους έφεραν ο κομματικός φατριασμός, ο εθνικός διχασμός, ο εφησυχασμός, η οκνηρία, η φθηνή πονηρία, το πνεύμα κατωτερότητος και το πνεύμα της υποτέλειας έναντι των ξένων, ο πιθηκισμός, η ροπή προς τον ευδαιμονισμό και τα κοιλιοκεντρικά ιδανικά. Επιμένω όμως περισσότερο στην ανάγκη ν’ απομονώσουμε την άτη, τον εθνικό μας ιό, που προκαλεί τη βλάβη των φρενών και δίνει στην αντιπαράθεση – κοινωνική ή πολιτική – διαστάσεις σπαραγμού. Απαιτείται να επανέλθουμε στο “ένδον σκάπτε”. Πρέπει να βρούμε τη φλέβα που οδηγεί στην καρδιά της άνοιξης. Πρέπει να βρούμε τη φλόγα που κατακαίει αλλά και φωτίζει τα πάντα και σε κάνει να βλέπεις, όπως ο Ηράκλειτος, πως “οδός άνω και οδός κάτω μία και αυτή” και να πιστεύεις, όπως ο Πλάτων, ότι “ημείς δαίμονα λήξομεν, ουχ’ ημάς δαίμων”.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

Tags: ,

Category: ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΚΑΡΓΑΚΟΣ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *