banner ad

ΖΩΖΩ ΣΑΠΟΥΤΖΑΚΗ: «ΘΑ ‘ΘΕΛΑ ΝΑ ΕΧΩ ΕΝΑ ΣΥΝΤΡΟΦΟ…»

. December 5, 2011 . 0 Comments

Το μοιραίο μαύρο μακρύ μαλλί της, το παιχνιδιάρικο βλέμμα της, το σμιλεμένο κορμί, το προχωρημένο ντύσιμο, εκείνος ο παράξενος συνδυασμός εκρηκτικής θηλυκότητας, δυναμισμού και αριστοκρατικότητας, η λάμψη… Ζωζώ! Η απόλυτη ελληνίδα ντίβα, η «Βασίλισσα της νύχτας», μίλησε στο golema.gr για τη ζωή της που είναι σαν παραμύθι, για τη δουλειά της που τη λάτρεψε, αλλά και για τα όνειρά της.

-Φέτος ανεβάζετε μία θεατρική παράσταση που έχει να κάνει με τη ζωή σας…
«Φέτος -γιατί έκανα και πέρυσι αλλά ήταν πιο παρείστικη- κάνω μία παράσταση που έχει περισσότερο «πλούτο», όχι βέβαια υπερβολικά πράγματα, με πλαισιώνουν τρία παιδιά που χορεύουν και τραγουδάνε, έχει κάνει τη σκηνοθεσία ο Δημήτρης ο Παπάζογλου. Βέβαια εμένα δεν μπορεί να με σκηνοθετήσει κανείς γιατί δεν γίνεται. Όχι επειδή δεν δέχομαι, δεν είναι ότι έχει να κάνει με εγωισμό, αλλά ξέρω τι κάνω επειδή από μωρό αυτή τη δουλειά κάνω. Το έχω μάθει πια με κλειστά τα μάτια… Ξέρω τι θα κάνω, ξέρω τι θα πω… Τα πάντα. Νομίζω ότι αυτή η παράσταση έχει κάτι πολύ αληθινό… Διηγούμαι τη ζωή μου γύρω από το θέατρο».

Δεν φοβηθήκατε μήπως απομυθοποιηθείτε διηγούμενοι τα πάντα γύρω από σας;
«Όχι… Γιατί να φοβηθώ; Είναι τόσο ωραία η ζωή μου! Και να σου πω και κάτι; Χαίρομαι γιατί υπάρχουν γυναίκες που αποφεύγουν τα παιδικά τους χρόνια. Νομίζω ότι παίζει μεγάλο ρόλο πώς θα περάσεις την παιδική ηλικία με την οικογένειά σου… Ήταν πολύ ζεστά τα παιδικά μου χρόνια. Είχα δύο γονείς –ο πατέρας μου ένας άρχοντας Κωνσταντινοπολίτης, η μάνα μου Σμυρνιά- είχαμε ένα σπίτι, χωρίς να είμαστε πλούσιοι ανοικτό: όποιος έμπαινε έτρωγε. Ένα σπίτι με λίγα λόγια ανοικτό όλες τις ώρες… Και είναι τόσο όμορφα τα παιδικά μου χρόνια, είναι τόσο γεμάτα από την καριέρα μου, από την παιδική μου ηλικία που ήταν φορτωμένη πολύ, ήταν φορτωμένη επειδή έκανα πολλά πράγματα μαζί, γιατί βγήκα από πολύ μικρή στο θέατρο. Μετά βγήκε και η αδερφή μου η μεγαλύτερη και ήμαστε το ντουέτο, τα Σαπουντζάκια. Ο πατέρας μου ήθελε να μας μορφώσει, να μάθουμε γλώσσες, να μάθουμε όργανα. Μας έστελνε εκεί που ήταν το Βασιλικό Θέατρο στη Θεσσαλονίκη».

-Για ένα παιδί όμως αυτό δεν ήταν κάπως πιεστικό; Ζήσατε την ανεμελιά της παιδικής ηλικίας;
«Όχι. Αυτό δεν το έζησα. Στερήθηκα τα παιδικά μου χρόνια…».

-Σας έλειπε καθόλου;
«Όχι δεν το κατάλαβα. Στερήθηκα όμως την εφηβεία μου. Δεν πήγα πουθενά. Είχα μία μάνα, την κρατούσα από το φουστάνι και ήμουν και παιδί –πραγματικά παιδί, γιατί άργησα να ωριμάσω, να μεγαλώσω γιατί ήμουν αφοσιωμένη στη δουλειά. Είχα μόνο έναν καθρέφτη και πήγαινα στον καθρέφτη και έφτιαχνα τα μαλλιά μου και σκεφτόμουν τι θα κάνω πάνω στη δουλειά. Απέναντι από το σπίτι μας στη Θεσσαλονίκη ήταν ένας κινηματογράφος «Τα τιτάνια» και πήγαινα και ξεσήκωνα όλες τις σταρ της εποχής. Αυτό ήταν η ζωή μου. Έπαιζα θέατρο, έκανα δύο παραστάσεις κάθε μέρα -γιατί τότε έτσι έκαναν τα θέατρα- πήγαινα σχολείο το πρωί. Στην πρώτη ώρα δεν ήμουν ποτέ γιατί ήμουν με τη σάκα μου και ντρεπόμουν και στεκόμουν απέξω από την τάξη και με έπαιρνε ο δάσκαλος και με έβαζε μέσα και έλεγε στα υπόλοιπα παιδιά: «Το παιδί αυτό δουλεύει». Μάθαινα γαλλικά, έπαιζα ακορντεόν, παίζαμε κιθάρα, έκανα κλακέτες… Είχα την τύχη να γνωρίσω τον Δαλιανίδη από τότε που ήταν χορευτής, πολύ νέος, και χόρευε με μία Τερέζα Κάραλη. Και μας χορογραφούσε από τότε. Μέχρι και τις μακετούλες, τα κουστουμάκια μας τα παιδικά, τις έκανε ο Δαλιανίδης».

Όλοι πάντως σας θυμόμαστε να υποδύεστε μία μοιραία ζωηρή γυναίκα. Κατά πόσο ήσασταν έτσι και στη ζωή σας, γιατί αυτό που μου διηγείστε από τα παιδικά σας χρόνια δείχνει έναν άνθρωπο του καθήκοντος…
«Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μέχρι τώρα πάντα ήμουν του καθήκοντος. Εργασιομανής… Έχω δουλέψει πάρα πολύ. Δηλαδή άλλη νομίζω ότι θα είχε γεράσει!!! Θα είχε γεράσει από την  κούραση. Όπως αφηγούμαι και στην παράσταση, έκανα ντουμπλάζ θέατρο – κέντρο. Επειδή τραγουδούσα από μικρή και κάποτε ο Ζερβός είπε του πατέρα μου: «Αφού τα παιδιά σου βγήκαν στο θέατρο, να τις κάνεις πολυσύνθετες να μην πεινάσουν!». Είχε βγάλει ένα άσχημο όνομα το θέατρο τότε, ότι πεινάνε οι θεατρίνες. Γιατί πράγματι δεν πλήρωνε».

-Επίσης οι θεατρίνες είχαν τη φήμη ότι είναι πιο εύκολες… Δεν σας φόβιζε αυτή η φήμη;
«Δεν καταλάβαινα εγώ, γιατί βγήκα παιδί και ακολούθησα πλέον αυτή την πορεία σαν δουλειά αυστηρή. Πήγαινα στο θέατρο στις πρόβες και έτρωγα στο ποπό με ένα μπαστουνάκι που κράταγε ο θιασάρχης τότε ξυλιές και ήταν πολύ αυστηρός ο Παρασκευάς ο Οικονόμου που με έβγαλε. Μάλιστα ό,τι γινόταν που το έκανε μία μεγαλύτερη από μένα τις έτρωγα εγώ ή όταν ερωτεύτηκε η αδερφή μου τον αεροπόρο που έφυγε και παντρεύτηκε -σε ηλικία 12-13 χρόνων τον ερωτεύτηκε και 15 παντρεύτηκε- και μόλις πήγαινε να τον δει στο πάρκο απέναντι από το θέατρο, καθυστερούσε. Και όταν μου έλεγε ο Οικονόμου: «Βγαίνετε» και του απαντούσα: «Κύριε Οικονόμου, η Βάσω δεν είναι εδώ», πάλι με χτυπούσε εμένα με τη βέργα του. Έμαθα πλέον σε αυτό τον τρόπο ζωής. Να είμαι σωστή πάντα στην ώρα μου, ακόμη και στην πρόβα, να είναι τα πάντα η δουλειά».

-Για μία γυναίκα υπάρχει και ο έρωτας…
«Άργησα πολύ να ερωτευτώ και να ωριμάσω…».

-Ήσασταν όμως μία γυναίκα που είχατε θαυμαστές και σας ερωτεύονταν οι άνδρες…
«Μπορεί… Δεν καταλάβαινα… Ήμουνα παιδί. Το λέω ότι είχα άγνοια και από άνδρες και απ’ όλα!!! Μέχρι μία ηλικία, δηλαδή τα 18 που με πάντρεψε η μάνα μου με έναν γιατρό στη Θεσσαλονίκη γιατί ήθελε να φύγω από θέατρο αφού έφυγε η αδερφή μου. Δεν ήθελε να μείνω στο θέατρο, να σκεφτείς δεν μου έβαζε ένσημα.  Νόμιζε ότι θα με παντρέψει και θα φύγω…»

Ήσασταν ερωτευμένη μαζί του;
«Όχι. Καταρχήν ήταν είκοσι χρόνια και μεγαλύτερος από μένα. Αλλά επειδή μου το είπε η μάνα μου το έκανα. Έφυγα βέβαια στους τρεις μήνες…».

Αυτή ήταν η πρώτη επανάσταση;
«Ήταν επανάσταση. Αυτό το σπίτι το είχα αγοράσει από τότε. Και έτσι ξαναγύρισα εδώ και την ίδια βραδιά χτυπάει το παράθυρο από δω και ήταν ο Κυριάκος Κουτράκος, αυτός που δούλευε στην «Κομπαρσίτα», εκεί που με έβγαλαν «βασίλισσα της νύχτας». Εκεί  όλοι οι επώνυμοι, που με κάνανε. Γιατί το σκηνικό μου εμένα ήταν αυτοί οι άνθρωποι: το άσπρο κουστούμι και το κόκκινο γαρίφαλο. Όλοι κάτω και εγώ στη μέση να έχω ένα μικρόφωνο και να τραγουδάω. Επαναστάτρια!!! Λανσάρισα ένα είδος που δεν υπήρχε. Όπως είπε και η Βίσση μία φορά που σταμάτησε το πρόγραμμά της, όταν με είδε: «Η πρώτη σοουγούμαν». Ποιος μου το δίδαξε; Κανείς. Μόνη μου».

Πόσο εύκολο όμως σε μία συντηρητική, με τον ανατρεπτικό και επαναστατικό χαρακτήρα που είχατε, να έχετε αποδοχή;
«Ξέρεις… Στην παράσταση δείχνω βίντεο. Έχω ένα φιλαράκι που με ακολουθεί από παλιά και είναι φανατικός Ζωζικός. Και μια μέρα ήρθε τώρα που ετοίμαζα τα βίντεο και σε ένα συρτάρι υπήρχε μία κασετούλα. Και μου λέει: «Τι είναι αυτή Ζωζώ;», και του απαντώ: «Δεν ξέρω είναι από την Αμερική την πρώτη φορά που πήγα» και μου ζήτησε να την πάρει να την εμφανίσει. Και τι ήταν; Ήταν όταν πρωτοπήγα στην Αμερική που έγραφε όλος ο ξένος τύπος για μένα, γιατί έκανα καριέρα στο εξωτερικό, που θα τη ζηλεύανε πολλοί, και είμαι ένα κουκλί και τραγουδάω και κινούμαι. Και διηγούμαι για αυτόν που μου έκανε οντισιόν στη Νέα Υόρκη. Με είδε στο ξενοδοχείο που έμενα, γιατί είχα μανία να μένω σε μεγάλα ξενοδοχεία, που μιλούσα με τον Γράτσο, το δεξί χέρι του Ωνάση. Κατεβαίνω λοιπόν κάτω φορώντας μία άσπρη γούνα, και κάποια στιγμή βλέπω ένα δικηγόρο που τραγουδούσα στο «Μόντε Κάρλο», γιατί αρχικά τραγουδούσα έξω από τη Νέα Υόρκη, και μου κάνει νόημα να πάω. Αυτός είχε πελάτισσα την Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Κάθομαι σε μία πολυθρόνα, εκεί καθόταν απέναντι και ένας παχύς άνδρας που με κοιτούσε καλά-καλά, δεν ήξερε ποια είμαι και μας σύστησε ο δικηγόρος. Τότε του είπε αυτός: «Πες της να έρθει να κάνει οντισιόν τη Δευτέρα», τον κοιτάω εγώ και του λέω: «Άντε μωρέ, εγώ να κάνω οντισιόν, εγώ είμαι πρώτη στον τόπο μου…». Στην Αμερική είχα πάει γιατί ήμουν ερωτευμένη και ήμουν στενοχωρημένη και κάπως μου την έδωσε και έφυγα. Και μου λέει: «Ζωζώ εδώ δεν σε ξέρουν, Κάντο δεν χάνεις τίποτα». Τελικά αφού το σκέφτηκα πήγα έκανα την οντισιόν. Ήμουν ξυπόλητη και κάποια στιγμή γυρίζω τη φούστα μου και φαίνεται το μαγιό, μαυρισμένη και γονατίζω κάτω και με είδε ο Τζορτζ Γουντ και τρελάθηκε. Ήταν ένα κούνημα… Αυτά όλα όμως έβγαιναν από μέσα μου, δεν είχα χορογράφο τότε, τα έφτιαχνα μόνη μου».

Δεν φοβόσασταν μην παρεξηγηθείτε;
«Μα εγώ έβγαζα αυτό που είχα μέσα μου. Τη λάτρευα τη δουλειά μου. Αλλά στη ζωή μου διάλεγα. Μέχρι τότε που πήρα το γιατρό δεν με είχε φιλήσει άνθρωπος. Η μάνα μου έλεγε «Θέλω να σε παντρέψω» και αυτό μου έκανε. Δεν είχα εμπειρίες σαν γυναίκα. Μπορεί να λένε πολλά για μένα αλλά η ζωή μου ήταν πολύ λίγη με άνδρες. Ήταν ας πούμε πέντε χρόνια ένας δεσμός που πήγαινα για γάμο, ή κάποιος άλλος που πάλι πήγαινα για γάμο. Ήταν ατυχίες στη ζωή μου. Ενώ ήθελα να παντρευτώ που το ήθελε και η μάνα μου και ήθελε ένα παιδί η μάνα μου γι’ αυτό και με κυνηγούσε. Δεν μπορούσαν όμως να ολοκληρωθούν οι σχέσεις μου».

-Πιστεύετε ότι αυτό έχει να κάνει με τη μοίρα περισσότερο ή με το πώς χειριζόμαστε οι ίδιοι τις καταστάσεις;
«Μπορεί να έβαλα σε πρώτη μοίρα τη δουλειά μου και τη ζωή μου να την έβαλα μετά. Παρόλο που ερωτεύτηκα, παρόλο που ήμουν σωστή, παρότι ήμουν σοβαρή… Ας είχα θαυμαστές ουρά… Ας πήρα πολλά δώρα, χωρίς καν να με αγγίξουν… Δεν γύρισα να δω κανένα».

-Τι είναι αυτό που σας ελκύει σε έναν άνδρα;
«Καταρχήν η σοβαρότητα, να είναι άνδρας, να με κάνει να αισθάνομαι σιγουριά. Είμαι δειλό άτομο και δεν ντρέπομαι να το λέω, γι΄ αυτό και ήμουν δεμένη πολύ με τη μάνα μου. Και εν συνεχεία ο δεύτερος άνδρας που παντρεύτηκα ο Ανδρέας, ήταν ένα εξαιρετικό παιδί. Ήταν ένας άνθρωπος που με πήρε από το χέρι και όταν το βράδυ ήρθαν οι δημοσιογράφοι στην Κινέττα να με φωτογραφήσουν, ανάμεσά τους και πολύ γνωστοί δημοσιογράφοι, δεν άνοιγα την πόρτα. Ήμουνα έγκυος βέβαια τότε όταν παντρεύτηκα και γι΄ αυτό δεν πήγα ταξίδι. Και του λέω: «Ανδρέα δεν ανοίγω» και γυρίζει και μου λέει: «Άνοιξε και μη φοβάσαι από το πτώμα μου πάνω θα περάσει όποιος σε πειράξει». Αυτό και μόνο μου έδωσε μεγάλη χαρά και έτσι άνοιξα την πόρτα και μπήκαν οι δημοσιογράφοι».

-Ο άνδρας σας πώς συμβιβαζόταν με όλη αυτή τη λάμψη που σας περιέβαλε; Τους δημοσιογράφους που σας κυνηγούσαν;
«Μου είχε εμπιστοσύνη μεγάλη… Στην αρχή βέβαια η δημοσιότητα τον ενοχλούσε αλλά μετά όταν ήταν κάτι της δουλειάς μου δεν ερχόταν μαζί μου και με περίμενε. Αν ήταν μία προσωπική πρόκληση ήταν πάντα δίπλα μου».

-Ο κύριος Ανδρέας έχει φύγει εδώ και λίγα χρόνια…
«Ναι».

Σας λείπει καθόλου;
«Πολύ…».

Πώς και δεν φτιάξατε τη ζωή σας μετά; Είστε μία γοητευτική γυναίκα, έχετε πάθος για ζωή…
«Είμαι πολύ ζωντανή… Αισθάνομαι, και δεν είναι αστείο, και μπορεί πολλοί να γελάνε γιατί το παρεξηγούν αυτό που λέω, γιατί εγώ ποτέ δεν έκανα την μπεμπέκα, όχι. Όσο θέλω είμαι και όσο θέλω φαίνομαι. Ο Ανδρέας με γέμισε πολύ σαν χαρακτήρας και επειδή μου έδειχνε όλη αυτή την εμπιστοσύνη, δεν ήθελα. Ένιωθα τόσο ωραία μετά που ήμουν μόνη. Τόσο περήφανη. Εκείνη την εποχή ήμουν στο θέατρο και όταν έλειψα για να είμαι δίπλα του στο νοσοκομείο, νοσηλευόταν στο Σισμανόγλειο γιατί πίστεψε ένα γιατρό και δεν ήθελε να πάει στο εξωτερικό, λοιπόν λίγο πριν φύγει, έλεγε στο γιατρό «Κάντε μου μια επεμβασούλα…» και τον κορόιδευαν οι γιατροί γιατί σε τρεις μήνες πήγε, εγώ πήγαινα στο θέατρο. Την τελευταία βραδιά σαν να είχα διαίσθηση… Πήρα το γιατρό και του είπα: «Γιατρέ, κάντε του κάτι επειδή πονάει», και μου λέει: «Παιδάκι μου, άστον να φύγει» και θυμάμαι… τόσα από κείνον. Όταν έφυγε ένα βράδυ σκέφτηκα ότι δεν είχα τίποτα άλλο, τι θα κάνω; Δεν είχα φίλες να βγαίνω να πίνω καφέδες και να κάνω τα τσιγαράκια μου. Ήταν άλλη η Ζωζώ της οικογένειας και άλλη η Ζωζώ που έβλεπαν στη σκηνή. Η μέρα με τη νύχτα. Εκείνο το βράδυ πήγα στο θέατρο και όταν βγήκα ο κόσμος με αποθέωσε και αυτό ήταν η αποζημίωσή μου. Όταν είδα τον κόσμο πήρα κουράγιο και είπα αυτό είναι η ζωή μου και κοίταξα τη δουλειά μου, αλλά δεν ήθελα ποτέ να παντρευτώ».

Έστω να κάνετε μία σχέση…
«Εντάξει αυτό ναι, αλλά δεν το κυνήγησα. Μπορεί να έβγαινα, να πήγαινα κάπου ωραία… Αλλά δεν ξέρω δεν το κυνήγησα. Είμαι όμως ευχαριστημένη και μου αρέσει η δουλειά μου».

-Η Άννα Βίσση έχει εκφράσει την επιθυμία να συνεργαστεί μαζί σας…
«Με πήρε πρόσφατα και τηλέφωνο και μου είπε μάλιστα κάτι πολύ ωραίο. Μου είπε: «Θα σε σεβαστώ» και της απάντησα: «Δεν αμφιβάλλω» γιατί όταν πήγα να τη δω πριν από χρόνια στα «Αστέρια» σταμάτησε το πρόγραμμα να με υποδεχτεί και είπε: «Μπαίνει η πρώτη σοουγούμαν, γιατί αν δεν ήταν η Ζωζώ δεν θα ήμουν ούτε εγώ. Μας έδειξε το δρόμο» και είναι προς τιμήν της αυτό. Θέλω πάρα πολύ να δουλέψω με τη Βίσση, πάρα πολύ. Αλλά έχω πρώτα μία υποχρέωση με τον Αδάμ για το «Αναζητώντας τον Αττίκ» που θα το κάνω για 25 μέρες τον Φεβρουάριο. Αν είναι τον Μάρτιο και θέλει φυσικά ακόμη να συνεργαστούμε, θα το κάνουμε».

-Είστε μία γυναίκα που ο χρόνος δεν σας άγγιξε…
«Είμαι τυχερή. Να σου πω ότι δεν ασχολούμαι με τον εαυτό μου τόσο πολύ…».

-Ποιο είναι το μυστικό σας όμως;
«Δεν έχω μυστικό. Μία κρέμα βάζω μετά το μακιγιάζ. Αν θέλεις το μυστικό ήταν ότι άργησα πολύ να βαφτώ. Μου έλεγε η μάνα μου: «Θα γεράσεις παιδάκι μου». Αν βαφόμουν από τότε ίσως να μη διατηρούσα αυτή την εμφάνιση. Άρχισα να βάφομαι μετά τα είκοσι και έβαζα ένα κραγιονάκι και λίγο μολύβι και αυτό ήταν όλο το βάψιμο. Παρόλο βέβαια ότι δεν βαφόμουν τότε αργότερα ήταν υποχρεωτικό να βάφομαι γιατί όταν ‘πεφταν τόσοι προβολείς επάνω σου, θα έβγαινες χλωμή. Και θυμάμαι ότι το μεικάπ για τα φώτα ήταν το πιο σκληρό. Εάν είχα κινηματογράφο μακιγιαριζόμουν από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Και μου έλεγε η μάνα μου: «Βάλε λίγο γιαουρτάκι, βάλε λίγη φραουλίτσα» μόνο φυσικά πράγματα και αυτό είναι σημαντικό. Προσπαθούσα να το ξεκουράζω το δέρμα μου. Εκτός δουλειάς έκανα πολύ ήρεμη ζωή. Δηλαδή όταν δεν δούλευα κοίταζα να συμπληρώνω τον ύπνο. Δεν έκανα καταχρήσεις, δεν έπινα δεν κάπνιζα ποτέ και όλα αυτά είναι υπέρ. Να έχω την υγειά μου, αυτό εύχομαι… και μία ωραία παρέα».

-Γυμνάζεστε;
«Ναι κολυμπάω πάρα πολύ. Τώρα αν ήμουν στην Κινέττα θα έκανα μπάνιο στη θάλασσα. Μου αρέσει πολύ η θάλασσα».

-Ποιο είναι το όνειρο που δεν πραγματοποιήσατε ποτέ;
«Θα σου μιλήσω πάλι για τη δουλειά μου… Θα ήθελα να παίξω ένα ρόλο πρωταγωνιστικό, σημαντικό όμως. Κάτι συνταρακτικό μόνη μου, σε ένα δραματικό ρόλο. Πιστεύω ότι θα ήμουν πολύ καλή».

-Και στα προσωπικά σας;
«Στην προσωπική μου ζωή… Να μην κρυβόμαστε, είναι πολύ ωραίο να έχεις έναν άνθρωπο και να μιλάς, η μοναξιά είναι κακό πράγμα. Ε θα ‘θελα να έχω ένα σύντροφο… Όχι γάμο… Αλλά ένα σύντροφο… Να μιλάω, να ταξιδεύω, να κάνουμε παρέα, να γελάω, να τον πειράζω…».

Πηγή:  www.golema.gr και στην Βίκυ Διαμάντη

Print Friendly, PDF & Email

Tags: , ,

Category: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *