banner ad

ΕΝΑΝ ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟ, ΠΑΡΑΚΑΛΩ. ΣΚΕΤΟΝ!

. November 29, 2012 . 0 Comments

Γιατί έχω μπερδευτεί τόσο η άχρηστη; Ενώ όλοι με αγαπούν, με νοιάζονται, με καταλαβαίνουν, εγώ συνεχώς πέφτω και πιο βαθιά.

Ο ένας λέει ότι έχει γνώση των δυσκολιών που με ταλανίζουν και συμπάσχει μαζί μου, αλλά τι να κάνει; Έτσι τα βρήκε. Ο άλλος πασχίζει να με βγάλει από το έρεβος των καταστάσεων, στο οποίο με έριξε ο προηγούμενος. Ο επόμενος θέλει, οπωσδήποτε το καλό μου αλλά, δυστυχώς, έχει τα χέρια του δεμένα. Άσε που ο παρ’ άλλος κόπτεται υπέρ των δικαιωμάτων μου, αλλά οι υπόλοιποι του φράζου τον δρόμο προς την σωτηρία μου. Υπάρχουν κι άλλοι πολλοί, που ο καθένας τους με τα ‘όπλα’ του θέλει να μου χαρίσει ένα κόσμο ιδεατό και ροδόσπαρτο.

Μου λένε πόσο πολύ λυπούνται για όλους όσους δεν άντεξαν και καβάλησαν τα κάγκελα αφήνοντας γεια. Αλλά γιατί εγώ η καχύποπτη βλέπω πίσω από τη συμπαράσταση τους, την αδημονία τους για περισσότερα περιστατικά και αριθμούς χαμένους; Γιατί δεν τους πιστεύω η δύσμοιρη, αδρανής θεατής;

Και είναι και εκείνες οι στρατιές ανθρώπων, που έχουν βγει στους δρόμους, στο μετρό, στις γωνίες, με κρεμασμένα επάνω τους τα τελευταία κουρέλια αξιοπρέπειας άλλων καιρών, που επαιτούν με θράσος. Τι ζητούν και γιατί χαλάνε την εικόνα που προσπαθούν να χτίσουν οι καλοί μας οι προστάτες; Μια χαρά δεν ζούμε; Δεν πειράζει που χρωστάμε νοίκια, κοινόχρηστα, δόσεις. Δεν πειράζει που για δεύτερο χειμώνα δεν θα ζεσταθούμε φέτος – όσοι έχουμε σπίτι, οι άλλοι που περιφέρονται στους δρόμους με μια κουβέρτα και ένα χαρτόνι αγκαλιά το κάνουν από άποψη. Είναι οι νέοι μπίτνινκς του Κέρουακ!

Και εγώ δεν καταλαβαίνω τίποτα, η αχάριστη, η γκρινιάρα. Και όλο διαμαρτύρομαι και όλο φωνάζω και διεκδικώ. Πώς μου ‘ρθε πάλι τούτο; Πού το βρήκα γραμμένο, εγώ να ορθώνω ανάστημα (η κοντή);

Τι διεκδικώ; Μια ανάσα βρε παιδιά, μια ένδειξη ότι υπάρχω, ότι αποφασίζω –έτσι μου είπαν ότι συμβαίνει στη δημοκρατία- μια ελπίδα για τα παιδιά, που τους στέρησα το μέλλον και το όνειρο. Διεκδικώ ό,τι τους επέτρεψα να μου υφαρπάξουν, δειλά – δειλά στην αρχή και συγκαλυμμένα και απολογητικά. Στην πορεία, όμως, μη βρίσκοντας αντίσταση, από εμάς τους καλόπιστους, που θελήσαμε να συμβάλουμε στην ‘ανόρθωση’, όρμησαν αναίσχυντα, σαν όρνια και χωρίς δικαιολογίες, πια, πάνω μας. Για να μας ‘τιμωρήσουν’!

Και, ναι, με κατηγορούν ότι πήρα και εγώ κομμάτι από τα λάφυρα –όχι μόνο εκείνοι. Θα το δεχτώ …..γιατί βολεύτηκα,  ίσως και αφέθηκα και χαλάρωσα ……..κι αυτός ο ‘ωχαδερφισμός’ που μας χαρακτηρίζει κάθε φορά που πρέπει να κινηθούμε και να δουλέψουμε ….. κάθε φορά που θα έπρεπε να τους φτύσουμε κατάμουτρα και να τους διώξουμε, αλλά πάντα τους επιτρέπαμε να μας επιβάλουν διλλήματα τρόμου, που αφορούσαν στην σωτηρία μας.

Και ποιά σωτηρία ;;…….Εγώ πιθανά δεν μπορώ να την δω, γιατί διακατέχομαι απ’ αυτήν την αναίτια οργή, που μου θολώνει το μάτι και το μυαλό. Αν κάποιος άλλος τη βλέπει ας μου την δείξει, για να πάψω να μέμφομαι αυτούς τους καλούς ανθρώπους και να αφεθώ στην προσμονή του ‘θαύματος’ που μου υποσχέθηκαν –αν ‘είμαι καλό παιδί’- κάπου στο 2062 (κοντά, δηλαδή).

Τα θαύματα εκλείπουν, όμως, και εγώ βιάζομαι. Θέλω να δω αποτέλεσμα, να γελάσω ξανά, να πιστέψω σε κάτι, να τα ξαναβρώ με τον εαυτό μου πριν κλείσω τα ματάκια μου. Λίγο αέρα θέλω. Εντάξει πληρώνω αλλά ‘σώνει’, όπως λέει η Αντιγόνη, πάψτε να με φροντίζετε!

 

Print Friendly, PDF & Email

Tags:

Category: ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *