banner ad

«ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΚΗΠΟΣ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΟΥΒΑΛΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΣΕΠΗ ΣΟΥ»

. December 9, 2012 . 0 Comments

Μια Αραβική παροιμία, που μεταφέρει όλη τη γαλήνη, τη μεστότητα και τη ευωδιά ενός βιβλίου. Ένας κήπος το βιβλίο, ένας πλούτος, μια μνήμη. Μια μνήμη δυνατή, σίγουρη, καλά φυλαγμένη μέσα στις σελίδες απ’ τις οποίες ξεπηδάει με κάθε άνοιγμα. Ένα ‘όπλο’ το βιβλίο, ένα εργαλείο, ένα μέσο για ταξίδεμα , για πολιτισμό, για γνώση. Μια γνώση που θέριεψε, απλώθηκε, αλλά και κυνηγήθηκε μέσα στους αιώνες. Τα βιβλία κάηκαν στην πυρά δημοσίως από την Ιερά Εξέταση, τους Ναζί αλλά και από άλλους που αντιτάχθηκαν στην ελεύθερη διακίνηση της άποψης και της ιδέας. Ο Χάινε είπε ότι ‘όπου καίγονται βιβλία, σύντομα θα καούν άνθρωποι’. Τα βιβλία υπήρξαν παρηγοριά και στήριγμα σε σκοταδιστικές περιόδους, κρύφτηκαν, φυλάχθηκαν, αναπαράχθηκαν με κίνδυνο, με φόβο. Υπήρξαν, και είναι, η μνήμη του ανθρώπου, της Ιστορίας, των επιτευγμάτων, της εξέλιξης.

Ο κύριος δίπλα μου, στον ηλεκτρικό, διάβαζε ηλεκτρονικό βιβλίο από το φορητό του i pad ή i pod, δεν είμαι σίγουρη γι αυτά τα νέα, φορητά, ηλεκτρονικά θαυματάκια, που κάνουν τα πάντα. Μια σταλίτσα. Βολικό, ελαφρύ, εύκολα μεταφερόμενο. Ένα βιβλίο με άυλη υπόσταση. Η οθόνη φωτισμένη με αποτέλεσμα όταν μπαίναμε σε τούνελ αυτός να συνεχίζει να διαβάζει.

Δεν ξέρω αν φταίει το γεγονός ότι είμαι αρκετά μεγάλη για να αφεθώ σε αλλαγές – πεισματικά κρατάω τις παλιές μου συνήθειες σαν παρακαταθήκη, σαν σύμβολο της πορείας μου-, όμως εγώ προτιμώ το έντυπο, το χάρτινο βιβλίο. Αυτό το βαρύ και δύσκολο να χωθεί στην τσάντα βιβλίο, του οποίου οι γωνίες τσαλακώνονται, το εξώφυλλο αλλάζει σχήμα και στο τέλος καταλήγεις να κρατάς ένα δύσμορφο πραγματάκι, που κουβαλάει, όμως, γνώση. Μ’ αρέσει να μυρίζω το χαρτί του –τι απίστευτη οσμή αναδύει! Κάποιος γνωστός αρωματοποιός αποφάσισε και δημιούργησε ένα άρωμα με μυρωδιά χαρτιού! Κάθε φορά που ανοίγω ένα βιβλίο, η μυρωδιά του με σεργιανίζει σε μνήμες πολύ μακρινές: στο βιβλιοπωλείο του παππού μου, στο οποίο περνούσα ώρες πολλές αγγίζοντας τα βιβλία στα ξύλινα ράφια προσπαθώντας να καταλάβω αυτό που απέπνεαν, αυτό που ήθελαν να μου πουν.                                                                       Μ’ αρέσουν οι σελίδες του βιβλίου, που κιτρινίζουν, μ’ αρέσει που κόβομαι με τα φύλλα του και που τσακίζω τις άκρες του για να ξαναβρώ πού είχα σταματήσει το διάβασμα. Απολαμβάνω τη αναζήτηση του σε πάγκους βιβλιοπωλείων, ξεφυλλίζοντας το. Ακόμη και στα παλιατζίδικα με τα φθηνά, από δεύτερο χέρι, βιβλία ψάχνω για τίτλους προσπαθώντας να μαντέψω με το άγγιγμα ποιος το είχε πριν και γιατί αναγκάστηκε να το αποχωριστεί. Θυμάμαι τα βράδια που διάβαζα πάντα στα παιδιά μου λίγες γραμμές πριν κοιμηθούν: λίγες αράδες   από τον Νιλς Χόλγκερσεν, που γνώρισε τον κόσμο πετώντας πάνω στα φτερά μιας χήνας, λίγους στίχους του Καβάφη απ’ την Ιθάκη ή τους βαρβάρους. Και μετά έσβηνα το φως αφήνοντάς τα να ονειρευτούν ό,τι είχαν ακούσει –γι’ αυτό και έγιναν εραστές του βιβλίου, κυλάει μέσα στις φλέβες τους, έχει χτίσει το υποσυνείδητο τους.

Παλιότερα διάβαζα τα βιβλία σαν να κρατούσα κάτι εύθραυστο. Δεν τα τσάκιζα, δεν τα σημείωνα, δεν τα παραπετούσα. Τα προστάτευα από κάθε φθορά. Κάποιο καλοκαίρι δάνεισα στην Εύη ένα βιβλίο του Ξανθούλη. Το φθινόπωρο μου το επέστρεψε αγνώριστο – τσαλακωμένο, με βοτσαλάκια ανάμεσα στις σελίδες, ξεβαμμένο από τον ήλιο, νοτισμένο από τη θάλασσα. Μύριζε αντηλιακό. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ένα δικό μου βιβλίο είχε καταντήσει έτσι! Όταν, όμως το έπιασα στα χέρια μου ένιωσα όλα αυτά που είχε περάσει με την Εύη –είχε βρεθεί πλάι στο αρμυρό νερό, είχε δεχτεί την αύρα στην παραλία, είχε ξεχαστεί σε μια πετσέτα ηλιοθεραπείας και βασικά είχε απολαύσει ‘ζωή’ -είχε βγει απ’ το ‘σαλόνι’. Από τότε υπογραμμίζω στα βιβλία μου ό,τι μου αρέσει, κρατάω σημειώσεις στο περιθώριο, τα αφήνω να σκονιστούν, τα κουβαλάω στην τσάντα, τα δανείζω απλόχερα πια, διακινδυνεύοντας να μην τα ξαναδώ, αλλά πιστεύω ότι η ομορφιά πρέπει να μοιράζεται.

Θυμάμαι τον Φρέντυ Γερμανό που αρνιόταν να αφήσει την γραφομηχανή του και να γράψει στον υπολογιστή. Διάβαζα για το πόσο του άρεσε ο ήχος των πλήκτρων και αυτή η σχέση που είχε αναπτύξει μαζί της. Μ’ αυτή την παλιά γνώριμη.

Έτσι και εγώ λατρεύω αυτόν τον χάρτινο, απτό θησαυρό, που μπορώ να τον ψηλαφίσω ανά πάσα στιγμή, να τον αναζητήσω χωμένο ανάμεσα στα μαξιλάρια του καναπέ, κάπου βαθιά στην τσάντα μου στο λεωφορείο. Του μιλάω και μου απαντάει. Με ηρεμεί αυτός ο χάρτινος, πολύτιμος φίλος, με του οποίου τη σκόνη θα φταρνιστώ, με την αφιέρωση του στην πρώτη σελίδα θα συγκινηθώ και θα θυμηθώ τον αγαπημένο που μου το χάρισε. Με αναστατώνει και με ξεσηκώνει κάθε τι που βρίσκω μέσα του: πολιτισμό, ζωντάνια, αλήθεια, αναζήτηση, ένα ξεχασμένο σημείωμα των παιδιών μου: ‘μαμά σ’ αγαπάμε!’

Print Friendly, PDF & Email

Tags:

Category: ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *