banner ad

…ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΟΥ ΩΣΑΝ ΖΩΝΤΑΝΑ ΒΕΛΗ…

. January 5, 2013 . 0 Comments

0501b2a7f63daabe7b0b4c6077c7c72c1996cf3dΔιάλογος στο λεωφορείο μεταξύ ενός μικρού κοριτσιού γύρω στα 6 και της νεαρής ευτραφούς ‘κυρίας’ –πιθανά μητέρας του- που δεν έχανε την ευκαιρία να κάνει μάθημα στην μικρούλα με μια δυνατή και κοφτή φωνή –σαν διαταγή αρρωστημένου στρατηγού.

Το κοριτσάκι καθόταν –βίαια και αποφασιστικά σπρωγμένο από την ‘κυρία’- και εκείνη από πάνω του δεν έχανε ευκαιρία να ‘διδάξει’ και να εξετάσει αν η μικρή είχε μάθει καλά το προηγούμενο ΄κεφάλαιο΄ της. Και όλο αυτό γινόταν δυνατά, λες και όλοι οι υπόλοιποι έπρεπε να υποταχθούμε και, συγχρόνως, να ‘την’ θαυμάσουμε για τις ΄αλάνθαστες΄ μεθόδους της.

Η μικρή χάζευε τον κόσμο μέσα και έξω από το κατάμεστο λεωφορείο, όταν ξαφνικά ακούστηκε η φωνή της ‘κυρίας’: «Τι βλέπεις;» Εγώ κοκάλωσα και προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω τι έπρεπε να δω, αλλά η εντολή, φυσικά, δεν απευθυνόταν σε μένα. Η μικρή έψαξε τριγύρω με τα ματάκια της και άξαφνα με μια φούρια, γιατί το όχημα προχωρούσε, έκανε τον σταυρό της βλέποντας την εκκλησία στα δεξιά μας. Η απάντηση της ‘κυρίας’: «Έτσι. Αυτό πρέπει να κάνουμε. Μην ξεχνιέσαι.» Και ήταν η κουβέντα της αυστηρή, χωρίς χρώμα, σαν να μαστίγωνε.

Λίγο πιο κάτω το κοριτσάκι έστρεψε τα ματάκια του πάνω ‘της’ και ρώτησε: «Ήμουν καλό παιδί σήμερα;» Η απάντηση της βασανίστριας ήταν παγωμένη, κάτι σαν ράπισμα μαστιγίου: «Δεν έχει τελειώσει η μέρα. Είναι ακόμη πρωί. Θα δούμε στη συνέχεια.» Εγώ ένιωσα ένα κενό, ένα άδειασμα. Μπήκα στη θέση του παιδιού και το μόνο που ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν να κλάψω. Μια Δαμόκλεια σπάθη θα επικρέμαται πάνω από το κεφάλι μου όλη τη μέρα (ο Διόνυσος της Σικελίας, τουλάχιστον, την είχε κρεμάσει μόνος του, από επιλογή και σοφία). Δύσπνοια, αγωνία. Κι αν δεν θα ήταν ‘καλό’ παιδί λίγο αργότερα, τι θα γινόταν; Τι τιμωρία τρομερή θα εφεύρισκε η ογκώδης θηριοδαμάστρια; Και ποιός την όρισε τιμητή του ΄καλού’; Τι είναι καλό και τι είναι κακό; Και ποιος το αποφασίζει;

Στην πρώτη δημοτικού η δασκάλα μου, η κυρία Γίτσα, μας είπε μια μέρα ότι είχε ένα μπλε πουλάκι που της έλεγε όλα όσα κάναμε στο σπίτι. (Νάτος ο μπλε χαφιές, νάτο και το ψέμα και η τρομοκρατία της ενηλίκου δασκάλας). Μας ζήτησε, λοιπόν, να της πούμε μόνοι μας ό,τι είχαμε κάνει, αφού το ήξερε, έτσι κι αλλιώς, με την ελπίδα να μας συγχωρήσει. Δεν άκουγα τι έλεγαν τα άλλα παιδάκια, γιατί, παγωμένη, προσπαθούσα να θυμηθώ τι κακό έκανα την προηγουμένη. Δεν ήξερα, καν τι είναι κακό. Κι έτσι σκέφτηκα ότι το γεγονός ότι κουνούσα τα πόδια μου πέρα δώθε –αφού δεν έφταναν στο πάτωμα- στην καρέκλα την ώρα που διάβαζα, ήταν ‘το’ κακό που το πουλάκι είχε καρφώσει στην δασκάλα μου. Πανικός.

Ποτέ, μα ποτέ στο διάβα των χρόνων που κουβαλάω δεν κατάφερα να κατανοήσω την προσπάθεια υπόταξης ανθρώπου από άνθρωπο. Και ό,τι απεχθέστερο, αυτόν τον βρώμικο ψυχολογικό πόλεμο, ιδίως απέναντι σε κάποιον ‘ανίσχυρο’, θεωρητικά, ένα παιδί. Θεωρώ πολύ δυστυχισμένους τους ανθρώπους αυτού του είδους, εξ αιτίας όσων βιωμάτων κουβαλούν –δεν μπορεί να είναι νορμάλ. Σέρνουν τις πληγές του παρελθόντος τους, τις μειονεξίες τους και την καταπίεση που έχουν υποστεί. Και, τσακ, βρίσκουν τον μικρούλη και τα εναποθέτουν όλα επάνω του. Κι αυτό το ανεπανάληπτο: «Ξέρεις τι έχω περάσει εγώ; Μόλις μου μιλούσε ο πατέρας μου έσκυβα το κεφάλι, όχι σαν τα σημερινά παιδιά. Πού να τολμήσω να του αντιμιλήσω; Έβγαζε τη λουρίδα και πού σε πονεί και πού σε σφάζει. Ενώ σήμερα τα παιδιά δεν σέβονται.»

Μπράβο, μπράβο θυματάκια του εαυτού σας, της φτώχιας του κεφαλιού σας –δεν λέω ‘μυαλού’ σας γιατί μόνο για πανέ κάνει το δικό σας. Κλαπ, κλαπ, κλαπ (χειροκρότημα ένθερμο και ενθουσιώδες). Πότε θα καταλάβετε ότι αυτό που οφείλουμε να δίνουμε στα παιδιά είναι αλήθεια, αγάπη και κατανόηση; Και να αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες τους και τις ανησυχίες τους και να στεκόμαστε πλάι τους σαν αρωγοί, συμπαραστάτες. Σαν μηχανισμοί εκτόξευσης τους προς το μέλλον το δικό τους. «Είσαι το τόξο από το οποίο τα παιδιά σου ωσάν ζωντανά βέλη ξεκινάνε για να πάνε μπροστά.» Χαλίλ Γκιμπράν

 Αυτά τα πλασματάκια σε κοιτάνε με τα τεράστια αθώα μάτια τους, με τόση εμπιστοσύνη. Αφήνονται να τα οδηγήσεις, να τους δείξεις δρόμους, να τους μάθεις να αναγνωρίζουν την ομορφιά, τις αξίες. Είσαι, γονιέ, ο κόσμος τους όλος, η ανάσα τους, το πετάρισμα της καρδούλας τους όταν τα επαινείς και τα επιβραβεύεις. Και στην πορεία γίνονται νέοι με ορμή και τόλμη, με όνειρα και φτερούγες. Νέοι που σέβονται –ναι, σέβονται- γιατί ξέρουν να εκτιμούν, να αναγνωρίζουν και να ξεχωρίζουν και όχι γιατί έφαγαν ξύλο με τη λουρίδα. Σέβονται και τιμούν το παρελθόν –ακόμη κι αν διαφωνούν μ’ αυτό- και προσβλέπουν με λαχτάρα στο μέλλον, ζώντας κάθε στιγμή του παρόντος. Και κανείς δεν έχει δικαίωμα να τους τσαλακώνει.

Άμα την ξαναπετύχω τη χοντρή στο λεωφορείο, να ‘ρητορεύει’ τη φτώχια της ψυχής της και τον κομπλεξισμό της στο κοριτσάκι, θα την πατήσω στον κάλο και πολύ θα το χαρώ. Θα μου φύγει ένα βάρος!

Print Friendly, PDF & Email

Tags:

Category: ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *